Σεισμοί

Ο σεισμός είναι φαινόμενο το οποίο εκδηλώνεται συνήθως χωρίς σαφή προειδοποίηση, δεν μπορεί να αποτραπεί και παρά τη μικρή χρονική διάρκεια του, μπορεί να προκαλέσει μεγάλες υλικές ζημιές στις υποδομές και στον δομικό πλούτο της χώρας με επακόλουθα τραυματισμούς και απώλειες ανθρώπινων ζωών. Εκδηλώνεται με την μορφή βίαιης κίνηση του εδάφους, ή και την εμφάνιση σεισμικού ρήγματος στην επιφάνεια του εδάφους και εντάσσεται στην κατηγορία των φυσικών καταστροφών. Οι κύριες κατά κανόνα επιπτώσεις που μπορεί να προκληθούν από σεισμό σύμφωνα με το Γενικό Σχέδιο «Ξενοκράτης» (ΥΑ 1299/7-4-2003 – ΦΕΚ 423Β/2003) είναι καταρρεύσεις κτιρίων, ζημιές σε κτίρια, εργοστάσια-βιομηχανίες, αρχαιολογικούς χώρους-μουσεία, εγκαταστάσεις παραγωγής ενέργειας και δίκτυα μεταφοράς, διακοπή συγκοινωνιών, αποκλεισμός περιοχών, πυρκαγιές, εγκλωβισμός ατόμων, τραυματισμός και θάνατος πολιτών.

Οι περισσότεροι σεισμοί οφείλονται στις κινήσεις των λιθοσφαιρικών πλακών, και κατά συνέπεια οι ζώνες έντονης σεισμικής δράσης ουσιαστικά ταυτίζονται με τις παρυφές των πλακών. Ο Ελληνικός χώρος βρίσκεται στα όρια επαφής και σύγκλισης της Ευρασιατικής πλάκας με την Αφρικανική, γι’ αυτό και είναι χώρος μεγάλης σεισμικότητας. Η σεισμικότητα ενός τόπου καθορίζεται από τη συχνότητα εμφάνισης των σεισμών και από τα μεγέθη τους. Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία η Ελλάδα, από άποψη σεισμικότητας, κατέχει την πρώτη θέση στη Μεσόγειο και στην Ευρώπη καθώς και την έκτη θέση σε παγκόσμιο επίπεδο. Τα αποτελέσματα και οι βλάβες που προκαλεί μία σεισμική δόνηση στις κατασκευές εξαρτώνται από διάφορες παραμέτρους όπως το μέγεθος του σεισμού, το βάθος της εστίας, τη θέση του επικέντρου, την απόσταση της εστίας από τον τόπο παρατήρησης, το μέσο διάδοσης των σεισμικών κυμάτων, το έδαφος θεμελίωσης αλλά και από τα ποιοτικά χαρακτηριστικά (τρωτότητα κατασκευής) και από τις ιδιότητες των ίδιων των κατασκευών (Ο.Α.Σ.Π. 2007, Σεισμός-Η γνώση είναι προστασία).

Οι οικονομικές συνέπειες των σεισμών σχετίζονται είτε με τις βλάβες στις κατασκευές είτε με τη διαφοροποίηση των συνθηκών διαβίωσης των πληγέντων. Στην πρώτη περίπτωση εντάσσονται οι επιπτώσεις που αφορούν απώλειες κατοικιών – εργασιακών χώρων ή γενικότερα μέρους της ακίνητης και κινητής (οικιακός εξοπλισμός, αυτοκίνητο) περιουσίας των σεισμοπλήκτων. Στη δεύτερη περίπτωση εντάσσονται οι επιπτώσεις από την αποδιοργάνωση της καθημερινής ζωής. Ο σεισμός εκτός από τις άμεσες επιπτώσεις έχει ως επακόλουθα την ενεργοποίηση άλλων γεωλογικών φαινομένων όπως η ρευστοποίηση εδαφών, οι καταπτώσεις βράχων, οι εδαφικές διαρρήξεις, οι κατολισθήσεις και τα θαλάσσια κύματα βαρύτητας (τσουνάμι) με εξίσου σοβαρές επιπτώσεις.

Για περισσότερες πληροφορίες, οι πολίτες μπορούν να μεταβούν στην «2η Έκδοση του Γενικού Σχεδίου Αντιμετώπισης Εκτάκτων Αναγκών και Άμεσης/Βραχείας Διαχείρισης των Συνεπειών από την Εκδήλωση Σεισμών με την κωδική ονομασία «ΕΓΚΕΛΑΔΟΣ 2», στα πλαίσια του Γενικού Σχεδίου Πολιτικής Προστασίας με τη συνθηματική λέξη «Ξενοκράτης», Μέρος ΙΙ, Σκοπός / Στόχοι / Ανάλυση Κινδύνου / Ιδέα Επιχειρήσεων, ενώ τα σχετικά μέτρα αυτοπροστασίας περιγράφονται αναλυτικά εδώ.

 

Θαλάσσια Κύματα Βαρύτητας (Τσουνάμι)

Τα τσουνάμι είναι φαινόμενα, που δημιουργούνται κατά την απότομη μετατόπιση μεγάλων ποσοτήτων νερού, σε ένα υδάτινο σχηματισμό. Η αρχική απότομη μετατόπιση του νερού, που προκαλεί τη γένεση ενός τσουνάμι, μπορεί να είναι αποτέλεσμα σεισμού, κυρίως υποθαλάσσιου, που προκαλεί κατακόρυφη ανάταξη του βυθού, παραθαλάσσιας κατολίσθησης ή ηφαιστειακής έκρηξης.

Σύμφωνα με την προσθήκη 1 του παραρτήματος Α του Γενικού Σχεδίου Πολιτικής Προστασίας, τα παλιρροιακά κύματα βαρύτητας ή κατά την επικρατέστερη ορολογία θαλάσσια κύματα βαρύτητας (τσουνάμι) αναφέρονται ως αιτία γένεσης καταστροφών. Επισημαίνεται ότι τα τσουνάμι διαφέρουν σημαντικά από τα θαλάσσια κύματα που προκαλούνται από τον άνεμο. Η κυριότερη διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι τα ανεμογενή θαλάσσια κύματα περιορίζονται στο ανώτερο στρώμα της υδάτινης στήλης, ενώ τα τσουνάμι εκδηλώνονται στο σύνολο της υδάτινης στήλης, με αποτέλεσμα, ενώ σε θαλάσσιες περιοχές με μεγάλα βάθη τα τσουνάμι λόγω των χαρακτηριστικών τους να μην θεωρούνται σοβαρός κίνδυνος για τις πλέουσες κατασκευές, φτάνοντας στις ακτές, όπως έχει αναφερθεί, προκαλούν παράκτιες πλημμύρες με ιδιαίτερα καταστρεπτικές συνέπειες. Δεδομένου ότι τα τσουνάμι αποτελούν δευτερογενή φαινόμενα με πρωτογενείς αιτίες κυρίως τους σεισμούς που δημιουργούνται στον υποθαλάσσιο ή παράκτιο χώρο και έχοντας υπ όψη ότι μεσολαβεί ένα χρονικό διάστημα από την εκδήλωση του πρωτογενούς φαινομένου έως την άφιξη των τσουνάμι στις ακτές, υπάρχει δυνατότητα έγκαιρης προειδοποίησης για την πιθανή δημιουργία τους. Επίσης Τσουνάμι προκαλείται και από υποθαλάσσιες ηφαιστειακές εκρήξεις ή κατολισθήσεις πρανών.

Το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών αποτελεί έναν εκ των πέντε Παρόχων Υπηρεσιών Τσουνάμι του Συστήματος Έγκαιρης Προειδοποίησης και Μετριασμού για τα Τσουνάμι στον Βορειοανατολικό Ατλαντικό, τη Μεσόγειο και τις συνδεδεμένες θάλασσες (ICG/NEAMTWS) της Διακυβερνητικής Ωκεανογραφικής Επιτροπής (IOC) της UNESCO.

Για την Ελλάδα, το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών αποτελεί το Εθνικό Κέντρο Προειδοποίησης Τσουνάμι, το οποίο συστάθηκε το 2010 και αποτελεί τον επίσημο εθνικό φορέα έγκαιρης προειδοποίησης για τσουνάμι (Άρθρο 26/παράγραφος 11 του Ν. 3879/2010- ΦΕΚ 163Α/21-9-2010).

Για περισσότερες πληροφορίες οι πολίτες μπορούν να μεταβούν στα Γενικά Σχέδια Αντιμετώπισης Εκτάκτων Αναγκών «ΕΓΚΕΛΑΔΟΣ 2» και «ΤΑΛΩΣ 2», ενώ τα σχετικά μέτρα αυτοπροστασίας περιγράφονται αναλυτικά εδώ.