Φυσικό Περιβάλλον
Χλωρίδα
Η χλωρίδα του ορεινού όγκου Ολύμπου
Η Λέσβος, λόγω των ευνοϊκών κλιματικών συνθηκών (άνεμοι, νέφωση, θερμοκρασία, υγρασία κλπ) και της μορφολογίας – ορογραφίας του εδάφους της, έχει μια από τις πλουσιότερες χλωρίδες της Ελλάδας ! Η χλωρίδα της περιλαμβάνει περισσότερα από 1.400 taxa (είδη και υποείδη) ανώτερων φυτών. Αν λάβουμε υπόψη μας ότι η Κρήτη, που έχει έκταση 5,5 φορές μεγαλύτερη από τη Λέσβο, διαθέτει περίπου 1.750 έως 1.800 taxa, τότε αντιλαμβανόμαστε το μέγεθος του πλούτου της λεσβιακής χλωρίδας. Πολλά από αυτά τα είδη είναι σπάνια και παρουσιάζουν ιδιαίτερο φυτογεωγραφικό και οικολογικό ενδιαφέρον.
Όλυμπος Αγιάσου! Αυτή η αγέρωχη κορφή που αναδύεται μέσα από τις λογής αποχρώσεις μιας πράσινης θάλασσας. Αυτός ο επιβλητικός βιγλάτορας του Αιγαίου, που απ’ την κορφή του σου προσφέρει μια μαγευτική θέα, που απλώνεται πέρα, ως τη μικρασιατική γη. Αυτός ο κακοτράχαλος βραχώδης όγκος που μες στη γύμνια του κρύβει έναν τεράστιο θησαυρό : έναν ανείπωτο πλούτο σπάνιων φυτικών και ζωικών ειδών, που μόλις πριν λίγα χρόνια κανένας μας δεν μπορούσε να φανταστεί! Ο γέρο-Όλυμπος, σα στοργικός πατέρας, φρόντισε να προικίσει τη νυφούλα του, την Αγιάσο, με μια τέτοια ευλογημένη παρακαταθήκη. Ας δούμε όμως λίγο πιο αναλυτικά τα ιδιαίτερα εκείνα χαρακτηριστικά του ορεινού όγκου του Ολύμπου, όπως έχουν ήδη καταγραφεί και αξιολογηθεί μέσα από μελέτες και έρευνες της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας. Ο πλούτος αυτός οφείλεται μεταξύ άλλων στην ποικιλία των βιοτόπων του νησιού, την ιδιαιτερότητα των πετρωμάτων του, τη μακροχρόνια επίδραση του ανθρώπου, τη γειτνίαση με τη Μικρά Ασία και τον από γεωλογική άποψη πρόσφατο αποχωρισμό του ανατολικού Αιγαίου απ’ αυτήν.
Ο ορεινός όγκος του Ολύμπου είναι ενταγμένος στον επίσημο κατάλογο βιοτόπων του CORINE – Land Cover. Επίσης, είναι τμήμα της περιοχής με την ονομασία «Κόλπος Γέρας, Έλος Ντίπι και Όρος Όλυμπος» που περιλαμβάνεται στον επιστημονικό και εθνικό κατάλογο του ευρωπαϊκού δικτύου προστατευόμενων περιοχών «Νatura 2000» (με τον κωδικό GR4110005). Έχει επίσης χαρακτηριστεί ως «Σημαντική περιοχή για τα πουλιά (ΙΒΑ)». Η περιοχή βρίσκεται στο Ν.Α. τμήμα της Λέσβου. Από γεωλογική άποψη αποτελείται από αλλουβιακές αποθέσεις (γύρω από τον κόλπο της Γέρας), μάρμαρα, σχιστόλιθους, πυροξενο-περιδοτίτες και ολιβινίτες. Το όρος Όλυμπος (968 μ.) καλύπτεται από δάση καστανιάς και τραχείας πεύκης, ενώ η κορυφή του είναι γυμνή και βραχώδης. Ο ορεινός όγκος Ολύμπου είναι η χλωριδικά πιο ενδιαφέρουσα περιοχή της Λέσβου, από άποψη τόσο αριθμού ειδών όσο και παρουσίας ελληνικών ενδημικών και σπάνιων ειδών. Διαθέτει μεγάλο αριθμό τύπων οικοτόπων (συγκαταλέγεται στο 7% των περιοχών του δικτύου «Φύση 2000» με τη μεγαλύτερη ποικιλία οικοτόπων), αλλά και σημαντικών ειδών (συγκαταλέγεται στο 17% των περιοχών με μεγαλύτερους αριθμούς σημαντικών ειδών).
Μια μεγάλη ποικιλία οικοτόπων και ζωντανών οργανισμών συναντάται σε μια σχετικά μικρή έκταση. Κυρίαρχες φυτοκοινωνίες είναι ένα μη αυτοφυές δάσος καστανιάς (Castanea Sativa L.) έκτασης 8.000 στρεμμάτων περίπου που διαδέχεται ένα εκτεταμένο και πυκνό σύστημα από τραχεία πεύκη (Pinus brutia). Τα δάση της καστανιάς και της τραχείας πεύκης που καλύπτουν το βουνό βρίσκονται σε αρκετά καλή κατάσταση, ενώ ένα μικρό τμήμα του καλύπτεται με μαύρη πεύκη, που αποτελεί και οικότοπο προτεραιότητας (Δάση ορεινών κωνοφόρων με πευκοδάση Pallas) της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ. Ένας ακόμη οικότοπος προτεραιότητας «Pseudo-steppe with grasses and annuals» συναντάται σ’ έναν πολύ περιορισμένο χώρο στην περιοχή.
Ιδιαίτερα οικολογικά χαρακτηριστικά της περιοχής είναι επίσης οι ορο-μεσογειακοί σχηματισμοί με τα είδη Astragalus και τη σπάνια Silene urvillei. Ο Όλυμπος αποτελεί μέρος εξάπλωσης του στενότοπου ενδημικού Alyssum lesbiacum και 8 ακόμα ενδημικών φυτών που προστατεύονται από την Ελληνική Νομοθεσία (Π.Δ. 67/81), καθώς και τη μόνη θέση στο νησί της σπανιότατης Festuca pseudosoupina (ενδημικής των νησιών Λέσβου και Χίου). Επίσης, πλούσια είναι η χλωρίδα των γαιοφύτων και ειδικά των σπάνιων ορχεοειδών (υπάρχουν 12 είδη ορχιδέας, ευαίσθητα, προστατευόμενα από τη συνθήκη CITES, που θεωρούνται σπάνια στην Ελλάδα και στην Ευρώπη), όπως η Comperia comperiana. Σπάνια ή πολύ σπάνια σ’ όλη την Ελλάδα είναι ορισμένα είδη και υποείδη που φύονται στην περιοχή του Ολύμπου σε σχετικά υγρές περιοχές και χωρίς να είναι αυστηρώς υγρόφιλα. Σ’ αυτά περιλαμβάνονται τα Fritillaria pontica Wahlenb, Paeonia mascula, είδη του γένους Τulipa και άλλα. Τα περισσότερα απ’ αυτά έχουν και διακοσμητική αξία. Φύονται συνήθως σε θέσεις μακριά από τη θάλασσα στο εσωτερικό του νησιού, σε σκιερές, δασώδεις περιοχές ή μερικές φορές κοντά σε τρεχούμενα νερά, τα οποία όμως δεν έχουν μόνιμη ροή. Τα παραπάνω είναι μερικά μόνο από τα σπάνια και ενδιαφέροντα φυτά του δασικού όγκου Ολύμπου.
Υπάρχουν πολλά άλλα εξίσου σημαντικά, ώστε να μπορεί αβίαστα η περιοχή να χαρακτηριστεί βοτανικός παράδεισος. Ελάχιστα όμως απ’ αυτά περιλαμβάνονται στο «Red data book of rare and threatened plants of Greece» (Phitos et al. 1995), όπου προτείνονται και μέτρα προστασίας τους.
Ο Λεσβιακός Όλυμπος
Η οροσειρά του Ολύμπου καταλαμβάνει το κεντρικό τμήμα της νότιας Λέσβου δημιουργώντας το γεωφυσικό ανάγλυφο ανάμεσα στους δυο κόλπους του νησιού. Ο ελαιώνας, μέρος του δάσους τραχείας πεύκης και ο καστανιώνας καλύπτουν όλη σχεδόν την επιφάνεια η οποία παρουσιάζει έντονη πτύχωση με βαθιές ρεματιές.
Μεγάλοι χείμαρροι, όπως ο Ευεργέτουλας, ο Σεδούντας, ο Πριόνας, ο Βούρκος και ο Βούβαρης, δημιουργούν περάσματα προς την ενδοχώρα τα οποία χρησιμοποιήθηκαν ως οδοί επικοινωνίας στο ορεινό αυτό τμήμα του νησιού. Λιθόστρωτα που δείχνουν αυτό το πυκνό οδικό δίκτυο σώζονται ακόμα παντού. Το γεωλογικό υπόβαθρο είναι ασβεστόλιθοι και σχιστόλιθοι στο ανατολικό τμήμα και μεταγενέστερος ηφαιστειακός ιγνιβρίτης στην περιοχή του Πολιχνίτου.
Η παρουσία του ανθρώπου ανιχνεύεται στην περιοχή από την παλαιολιθική εποχή με τα εργαλεία στην περιοχή του Πολιχνίτου όπου υπάρχουν οι θερμές πηγές. Κατά τη Νεολιθική περίοδο και την εποχή του Ορειχάλκου, εκτός από τις παραθαλάσσιες θέσεις (Κουρτήρ και Χαλακιές κόλπου Καλλονής και Αγ. Βαρβάρα Πλωμαρίου), έχουν εντοπιστεί και αρκετές μικρές θέσεις σε λόφους, αγροτοκτηνοτροφικοί οικισμοί στην πολιτισμική ομάδα του πολιτισμού του ανατολικού Αιγαίου.
Με την αιολική εγκατάσταση από την 1η π.Χ. χιλιετία η περιοχή του Ολύμπου καταχωρίζεται από τα δεδομένα στην επικράτεια της Αρχαίας Μυτιλήνης, εκτός από τη δυτική παραλιακή λωρίδα στον κόλπο της Καλλονής (περιοχή Πολιχνίτου), η οποία ανήκει στην Πύρρα (περιοχή Αχλαδερής).
Ο ασβεστολιθικός εντυπωσιακός κώνος του Ολύμπου δεσπόζει στην περιοχή με τα 967 μέτρα της κορυφής του, καλυμμένης τώρα από ποικίλες τηλεοπτικές κεραίες. Κάτω από αυτόν απλώνεται η κωμόπολη της Αγιάσου με το πασίγνωστο προσκύνημα της Παναγίας και την παραδοσιακή οικιστική της δομή. Περιβάλλεται από πυκνή βλάστηση, όπου κύριο ρόλο παίζουν οι καστανιές, οι ελιές και τα πεύκα. Βασικά μεσαιωνικός οικισμός, προστατευόταν από το μικρό οχυρό του Καστελιού, σε οχυρό λόφο της εισόδου (8ος – 9ος μ.Χ. αιώνας και περίοδος Γατελούζων από νομισματικά ευρήματα) και από τον μεγάλο περίβολο του Ξυλοκάστρου σε υψηλότερο σημείο.
Η έρευνα που έγινε τα τελευταία χρόνια έδειξε την ύπαρξη αρχαίων θέσεων στην περιοχή, στην άμεση γειτονία του Ολύμπου. Έγινε η υπόθεση της ύπαρξης οχυρών παρατηρητηρίων των περασμάτων, τα οποία πιθανόν να όριζαν και τη συνοριακή γραμμή ανάμεσα στις δύο επικράτειες (Μυτιληναία και Πυρραία). Στο βαθύ πέρασμα του ποταμού Πριόνα από τα νότια παράλια, βορειότερα από το χωριό Νεοχώρι, δεσπόζει απόκρημνο βραχώδες ύψωμα με το τοπωνύμιο «Τ’ Σκλιου του μάρμαρου – το μάρμαρο του σκύλου». Στο πλάτωμα της κορυφής εντοπίσαμε αρχαία εγκατάσταση με κεραμική της ελληνορωμαϊκής περιόδου. Η θέση προσφέρει επιτήρηση όλης της περιοχής.
Στο λόφο του Καστελιού, ο οποίος δεσπόζει στο βόρειο άκρο του περάσματος με τις χαραδρώσεις του ποταμού Ευεργέτουλα, εντοπίσαμε υλικό (κεραμική και νομίσματα που μας επιδείχτηκαν) αρχαίας εγκατάστασης (5ος – 3ος π.Χ. αιώνας), η οποία καταλάμβανε το φύσει οχυρό βραχώδες ύψωμα, πιθανόν στη θέση του μεταγενέστερου βυζαντινού οχυρού. Το ύψωμα αποτελεί έξαρση στη ΒΑ πλευρά του Ολύμπου.
Στην κορυφή του Ολύμπου δεν είχε εντοπιστεί τίποτα μέχρι πρόσφατα. Ούτε αναφέρεται τίποτα από την αρχαία γραμματεία σε αντίθεση με το άλλο βουνό, το Λεπέτυμνο, για το οποίο έχουμε αρκετές αναφορές και εντοπίσαμε το «ιερό κορυφής» στον Άι Λια.
Στη δυτική απόκρημνη πλευρά του Ολύμπου, σε σπήλαιο εντοπίστηκε όστρακο από αγγείο πιθανόν της Μέσης Χαλκοκρατίας, χωρίς περαιτέρω διερεύνηση της θέσης (σπηλιά της Ροδιάς).
Στις 11 Οκτωβρίου επισκεφτήκαμε την κορυφή του Ολύμπου όπου υπάρχει πυροφυλάκιο και το εκκλησάκι του Άι Λια. Δίπλα του υπάρχει πηγάδι. Δρόμος ανεβαίνει από τη δυτική του πλευρά, ενώ ένας άλλος δρόμος κατηφορίζει προς την Αγιάσο, μέσα από την υπέροχη φύση του καστανιώνα. Ένα πανάρχαιο λιθόστρωτο οδηγεί από την κωμόπολη στην κορυφή, όπου εορτάζεται ο Προφήτης Ηλίας με θυσία ζώου (κισκέτς). Από την κορυφή η θέα προς όλο το νησί είναι πανοραμική. Υπάρχει άμεση όραση και προς τις δύο άλλες θέσεις που προαναφέρθηκαν.
Η βραχώδης κορυφή με άξονα Β προς Ν έχει διαμορφωθεί σε πλάτωμα στο βορινό της ήμισυ και φιλοξενεί το πυροφυλάκιο, το εκκλησάκι και τα κτίρια των κεραιών. Το νότιο ήμισυ παραμένει ανέπαφο, βραχώδες με ομαλή κλίση προς τη δυτική πλευρά, ενώ ο δρόμος έχει «κόψει» την πλαγιά ανατολικά χωρίς ευτυχώς να επηρεάσει τη γραμμή της κορυφής.
Πριν από καιρό είχε βρεθεί στην κορυφή κομμάτι από αγγείο και ένα χάλκινο έλασμα (Δημήτρης Β. Μαϊστρέλλης). Το όστρακο είναι πυθμένας αγγείου και φέρει στην έξω επιφάνεια μελανή χρώση (μελαμβαφές). Κατά την επιτόπια έρευνα εντοπίστηκαν λείψανα αρχαίας εγκατάστασης και άφθονη κεραμική. Συγκεκριμένα, στη δυτική βραχώδη πλαγιά της κορυφής (του νότιου τμήματος) υπάρχει τοίχος, όπου διατηρούνται διαταραγμένοι δύο ή και ένας στίχος από λίθους, και ο οποίος επισημαίνεται σε αρκετό μήκος από Β προς Ν. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς την ύπαρξη λεσβίας δομής στη συναρμογή των ασβεστολιθικών, ημιλαξευμένων λίθων. Στη νότια άκρη του σχηματίζεται ορθή γωνία και το θεμέλιο προχωρεί προς την κορυφή (ανατολικά).
Στο χώρο που περικλείεται ανάμεσα στον επιμήκη τοίχο και στην κορυφή παρατηρούνται θεμέλια κτισμάτων ή κτίσματος, πολύ διαταραγμένα. Ένα κομμάτι, κοντά στην κορυφή, αποτελείται από δυο σειρές λίθων (έμπλεκτο σύστημα). Η ανεύρεση κεραμιδιών (στρωτήρες και ένας καλυπτήρας) αποδεικνύει την ύπαρξη κεραμοσκέπαστου κτιρίου. Η κεραμική, από κόκκινο πηλό, είναι ως επί το πλείστον άγραφη και αποτελείται από όστρακα μεγάλων και μικρών χρηστικών αγγείων και πιθαριών. Ανάμεσά τους εντοπίστηκε όστρακο από χείλος μελαμβαφούς αγγείου, παρόμοιο του πυθμένα, και άλλο ένα μικρότερο με χρώση και στις δύο επιφάνειες. Η πιθανή χρονολόγηση κυμαίνεται από την κλασική στην ελληνιστική περίοδο.
Οι υποθέσεις που μπορούν να γίνουν από την επιφανειακή εκτίμηση είναι η ύπαρξη ενός «ιερού κορυφής» , πάλι σε θέση του Άι Λια, και μάλιστα στο βουνό με το όνομα Όλυμπος. Αυτό βέβαια απαιτεί περαιτέρω έρευνα, ίσως την ανεύρεση ειδωλίων και, στην καλύτερη περίπτωση, ανασκαφή. Ίσως η κατά μήκος της πλαγιάς κατασκευή να αποτελούσε αναλημματικό τοίχο διαμορφωμένου επίπεδου χώρου που φιλοξενούσε τα κτίσματα του ιερού. Η κατασκευή του (απλή σειρά λίθων) ταιριάζει με την αναλημματική του χρήση. Άλλη υπόθεση είναι η ύπαρξη οχυρωματικού παρατηρητηρίου της κραταιάς Μυτιλήνης στην επιβλητική κορυφή, με περίβολο και εσωτερικά κτίσματα, όπως οι πολλές άλλες περιπτώσεις σ’ όλο το νησί.
Όποια κι αν είναι όμως η χρήση της αρχαίας εγκατάστασης, η σημασία της είναι εμφανής αφού εντοπίζεται στην κορυφή του υπέροχου λεσβιακού Ολύμπου, ο οποίος έχει στη δυτική του πλευρά έναν ορεινό κάμπο (Καμπιά) με νερά και καλλιέργειες, έναν τόπο που στηρίζει το θρύλο της ύπαρξης ποιμενικών θεών και νυμφών, στις δροσοστάλαχτες δασωμένες του πλαγιές.
(«Εμπρός», Τετάρτη 18 Οκτωβρίου 2006, σελ. 19, του Μάκη Αξιώτη, Ιατρού)
(«Αρχαιολογία και Τέχνες» τριμηνιαίο περιοδικό, τεύχος 105, Δεκέμβριος 2007, σελ. 96, 97, του Μάκη Αξιώτη, Ιατρού)
Το Καστέλι της Αγιάσου
Διαχρονικά: Ένα σημαντικό οχυρό. Καθώς ο δρόμος έρχεται προς την Αγιάσο, μετά τη διασταύρωση προς το Σταυρί, έχει δεξιά του τη βαθιά ρεματιά της «Περασιάς». Η Περασιά, το «Πέρασμα», έρχεται από πολύ ψηλά και μαζεύει τα νερά της κωμόπολης. Έρχεται από τα Πιτζίλια με τα γνωστά οικιστικά λείψανα που ανήκουν στη Βυζαντινή και μεταβυζαντινή εποχή. Από το δρόμο αυτόν της εισόδου φαίνεται στον ορίζοντα το άλλο μεγάλο οχυρωματικό έργο, το Ξυλόκαστρο.
Επάνω σ’ αυτό το πέρασμα υψώνεται και ο απόκρημνος βράχος που φιλοξενεί το Καστέλι στην κορυφή του. Το ύψωμα πευκόφυτο έως επάνω ενώνεται στα βόρεια με ένα άλλο απόκρημνο βραχώδες βουνό που αποτελεί τη δυτική πλευρά της ρεματιάς έως τον Άγιο Δημήτρη.
Στο Καστέλι ανηφορίζει λιθόστρωτο που έρχεται κάτω από πανέμορφα, υψίκορμα πεύκα στην κορφή. Εκεί επάνω στο διαμορφωμένο χώρο υπάρχει ο Ταξιάρχης, μια μαρμάρινη βρύση και μια στέρνα με σιντριβάνι. Το κτίσμα του βυζαντινού οχυρού είναι ορθογώνιο με παχείς τοίχους, φτιαγμένο από αλάξευτη ασβεστόπετρα και κουρασάνι. Υψηλότερη η ανατολική του πλευρά και μετά κατηφορίζει σε χαμηλότερο επίπεδο όπου διατηρείται καλά και το δυτικό τείχος ανάλογης κατασκευής. Υπάρχουν και αρκετές νεότερες προσθήκες. Στη δυτική πλευρά, στη ρίζα του βράχου, που στηρίζει το οχυρό έρχεται ο παλιός δρόμος. Εκεί που συναντά το νεότερο λιθόστρωστο υπάρχει κομμάτι τείχους ανάλογης κατασκευής που μάλλον πρόκειται για προτείχισμα προστασίας της εσόδου. Το υλικό σε κεραμική είναι αφθονότατο στις πλαγιές και εντός του οχυρού. Πιθάρια, τούβλα και κεραμίδια δείχνουν την ύπαρξη εγκατάστασης εντός του χώρου του Καστελίου. Πληροφορίες από νομίσματα που βρέθηκαν κατά καιρούς χρονολογούν την ύστερη φάση του οχυρού κατά τους Μεσοβυζαντινούς χρόνους (8ος – 9ος μ.Χ. αιώνας) και μετά από ένα κενό στην εποχή των Γατελούζων (1355-1462).
Φαίνεται ότι το μικρό αυτό κάστρο έπαιξε το ρόλο του προμαχώνα στους οικισμούς που βρισκότανε από την Αγιάσο έως το Σανατόριο.
Ίσως και στην ίδια την Αγιάσο αφού, σύμφωνα με έρευνα του φίλου μου Ανδρέα Μαζαράκη, στα αρχεία της Γένοβας ο Επίσκοπος Χίου Λέανδρος τον αναφέρει με το ίδιο όνομα στα 1462 (νεότερες καταγραφές σαν Αγία Σιών στα 1565 και 1653). Πιστεύω ότι το Ξυλόκαστρο πρέπει να χρησιμοποιήθηκε στην ίδια εποχή σαν περίβολος καταφυγής και σαν τόπος επισκόπησης όλης της γύρω περιοχής.
Όμως επάνω στο Καστέλι η Ιστορία πάει πολύ βαθύτερα. Ανάμεσα στα όστρακα των αγγείων υπάρχουν αρκετά τεφρά Λεσβιακά και μερικά μελαμβαφή που αποτελούν την απόδειξη της ύπαρξης αρχαίου οχυρού σε τούτη την κορφή (ίσως από τον 6ο π.Χ. αιώνα). Εδώ σίγουρα το λόγο έχει το βαθύ πέρασμα που έρχεται από την άλλη πλευρά δυτικά του οχυρού, ανάμεσα σ’ αυτό και στον Όλυμπο. Αυτό έρχεται σαν συνέχεια του μεγάλου περάσματος του Πριόνα που αρχίζει από τη Δρότα και βγάζει μέσω Αγίου Δημητρίου στον κάμπο του Ίππειους. Την άλλη άκρη του περάσματος, στα νότια, έλεγχε το άλλο οχυρό που περιέγραψα επάνω στο ύψωμα με το όνομα «τ’ Σκλιου του μάρμαρου». Έτσι, πιστεύω ότι αυτά τα οχυρά θα βρισκότανε επάνω στη συνοριακή γραμμή Μυτιληναίας – Πυρραίας, η οποία μάλλον βρισκότανε ανατολικά και όχι δυτικά του Ολύμπου.
Εκείνο που αποκτά ιδιαίτερη σημασία είναι οι ενδείξεις ύπαρξης και προϊστορικής θέσης σε τούτη την κορφή οι οποίες όμως χρειάζονται επιπλέον έρευνα για να καταστούν αποδείξεις.
(«Εμπρός», Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 1998, του Μάκη Αξιώτη)
Τ’ Σκλιου το Μάρμαρο, ο αρχαίος γεροβράχος
Το Νεοχώρι, ο Μπορός όπως είναι γνωστό, είναι χτισμένο επάνω στο μεγάλο πέρασμα του ποταμού Πριόνα που ονομάζεται Καλιαμάς καθώς κατηφορίζει πέρα απ’ αυτό.
Αυτό το πέρασμα είναι βαθύ και φτάνει μέχρι την Αγιάσο και από εκεί έρχεται με τις ρεματιές του Ευεργέτουλα στον Κάμπο του Κόλπου της Γέρας. Ένα ποτάμι «μαγικό», μοναδικό στην ομορφιά, όπου στα κρυστάλλινα νερά του καθρεφτίζονται πλατάνια, φτέρες, ξύλινα γεφυράκια, ερείπια υδρόμυλων και οπωροφόρα που στην περιοχή της Αγιάσου (Πόταμα) αποτελούν ένα μοναδικό δενδρόκηπο. Καστανιές, μηλιές, απιδιές και κερασιές ανάκατες με λευκωπούς βράχους, πεύκα, κυπαρίσσια, αέναες πηγές και κρωξίματα αετών και κορυδαλλών.
Είναι γνωστό το ύψωμα στο Ακράσι (πέρα Πλάτη) και του Μπορού (Καστρέλι) που ακριβώς επάνω απ’ αυτό το πέρασμα φιλοξενούσαν προϊστορικές θέσεις.
Από τον Μπορό, καθώς κοιτάζεις προς τα βόρεια, εκεί που χάνεται η ρεματιά, δεξιά της σταματά το βλέμμα ένα βουνό που στεφανώνεται από λευκό βράχο, επίπεδο στην κορυφή. Ρωτάς και σου απαντούν «Τ’ Σκλιου του μάρμαρου» (Το Μάρμαρο του Σκύλου). Ένας βράχος βιγλάτορας, σημαδιακός, μοναδικός, παντεπόπτης των γύρω τόπων. Και αφού περάσεις το χωριό και ανηφορίσεις το πανέμορφο ποτάμι, ο δρόμος περνά με γεφύρι απέναντι. Είναι οι πλαγιές οι δυτικές του βουνού. Πηγές γάργαρες, οικιστικά λείψανα, πεζούλες, έχουν δώσει το όνομα «Χαλάσματα» εδώ γύρω. Σε λίγο φτάνεις στον αυχένα που το χωρίζει από μία άλλη κορφή, ομαλή τούτη, στα ανατολικά. Ο δρόμος περνά από ανάμεσά τους. Τα σημάδια της καμένης γης ακόμα έντονα στους απογυμνωμένους, καρβουνιασμένους κορμούς των πεύκων. Κι όμως γλίτωσαν αρκετά κι έτσι ο κωνικός, απόκρημνος βράχος ντύνεται ακόμα στην ανατολική και βόρεια πλευρά του από πανέμορφα υψίκορμα δέντρα της τραχείας πεύκης.
Η ανάβαση προς την κορφή σκέτη ορειβασία. Ακόμα δεν κατάλαβα γιατί ορθώσανε αγροτικό σύρμα εδώ επάνω, στον κρατικό δρυμό. Εκτός κι αν ανήκει σε ιδιώτες. Ογδόντα οκτώ μέτρα από το δρόμο, δυσπρόσιτο το πλάτωμα της κορφής, σε δυο επίπεδα προφυλάσσεται από τους βόρειους ανέμους από βράχους. Ένας φυσικά οχυρωμένος από όλες τις πλευρές γερόβραχος με απέραντη θέα γύρω, σε στρατηγικό σημείο των αρχαίων δρόμων, ίσως επάνω στη συνοριακή γραμμή της Μυτιληναίας με την Πυρραία.
Εδώ λοιπόν επάνω, όπου ένα πυκνό κίτρινο χορτάρι σκέπαζε τα πάντα, βρήκα τα κομματάκια της διαχρονικής διαδρομής από τον άνθρωπο.
Ήταν λοιπόν βίγλα, ίσως οχυρό, ίσως μόνο φρυκτωρία, κομματάκια από μελαμβαφή αγγεία και ένα ρύγχος, σωληνοειδές από αρχαίο λυχνάρι (ίσως ελληνιστικό) χρωματισμένο σκούρο καφέ, δείχνουν τη χρήση του από κάποια φρουρά ίσως.
Όμως η πληθώρα των κομματιών, και αυτά από τις απορροές των νερών στα ρείθρα του πλατώματος, ανήκουν σε μια ακόμα θέση της Χαλκοκρατίας, χιλιάδες χρόνια πριν ξαναπιάσουν το λόφο οι βιγλάτορες της Μυτιλάνας. Χοντρόκοκκα αγγεία με κόκκινο πηλό, ένα με υπολείμματα καστανής στίλβωσης στη μέσα επιφάνεια, χειροποίητα χρηστικά σκεύη αυτής της εποχής, δεν αφήνουν αμφιβολία για την παρακάτω σκέψη: Όπου πηγή νερού, γη για καλλιέργεια και κτηνοτροφία, και φυσική οχύρωση, εκεί και ένα προϊστορικό «στέκι» των μακρινών «προγόνων» του Πολιτισμού του ΒΑ Αιγαίου. Επίσης, σιγά – σιγά γίνεται γνωστό ότι αυτές οι θέσεις ήταν μοναδικές αφού βρίσκονται και μεταγενέστερες οχυρές εγκαταστάσεις στις ίδιες κορυφές.
(«Εμπρός», Πέμπτη 30 Ιουλίου 1998, του Μάκη Αξιώτη)
Οι Ορχιδέες της Λέσβου
Οι ορχιδέες είναι η νεότερη οικογένεια λουλουδιών. Αναφέρεται ότι μέχρι σήμερα είναι γνωστά γύρω στις 20.000 – 35.000 είδη που κατανέμονται σε 800 περίπου γένη. Είναι τα περισσότερο διαδεδομένα λουλούδια, έχουν τους μικρότερους σπόρους, τους εξτρεμιστικότερους τόπους ανάπτυξης, τις πλουσιότερες και μικρότερες φόρμες λουλουδιών και φημίζονται για τη διάρκεια της ανθοφορίας τους. Οι ορχιδέες ευδοκιμούν σ’ όλες σχεδόν τις περιοχές της γης. Ιδιαίτερα όμως αναπτύσσονται στις περιοχές των τροπικών ζωνών. Τις ορχιδέες στον ελλαδικό χώρο περιέγραψε από τους πρώτους ο Λέσβιος (Ερέσιος στην καταγωγή) Θεόφραστος (371-287 π.Χ.) που τους έδωσε το όνομα όρχεις, εξαιτίας της ομοιότητας των δίδυμων κονδύλων τους με τα ανδρικά γεννητικά όργανα.
Οι ορχιδέες που ευδοκιμούν στα εύκρατα ή ψυχρά κλίματα – όλες δηλαδή οι ευρωπαϊκές – είναι επίγειες. Τα περισσότερα ορχεοειδή διαθέτουν φύλλα με παράλληλες νευρώσεις και σχεδόν αδιόρατες εγκάρσιες νευρώσεις. Έχουν γενικά λογχοειδές ή ωοειδές σχήμα, είναι ακέραια, δεν διαθέτουν μίσχο (πλην ελάχιστων εξαιρέσεων) και συνήθως περιβάλλουν το βλαστό. Τα άνθη τους είναι μικρά (4-40 χιλ.), έχουν πολύχρωμες αποχρώσεις και απαιτείται μεγέθυνση για να αναδειχθεί η εντυπωσιακή δομή τους.

Όλες οι ορχιδέες της Λέσβου είναι γεώφυτα. Σαν αναπτυγμένα φυτά, διαθέτουν κονδύλους ή ρίζωμα για την αποθήκευση εφεδρικών θρεπτικών ουσιών. Έτσι π.χ. τα γένη Orchis και Ophrys έχουν στρογγυλούς κονδύλους, το γένος Dactylorhiza έχει κονδύλους σε σχήμα δακτύλων, ενώ το γένος Epipactiw διαθέτει ρίζωμα. Οι δυο κόνδυλοι είναι διαφορετικοί μεταξύ τους σε μορφή και μέγεθος. Ο παλαιός κόνδυλος «χάνεται» μετά την άνθιση και αφού έχει ήδη υλοποιηθεί η επικονίαση – γονιμοποίηση και κατά συνέπεια η παραγωγή των σπόρων του φυτού.
Στα περισσότερα είδη τα φύλλα της βάσης εμφανίζονται την άνοιξη. Σε μερικά ορχεοειδή όμως όπως π.χ. το Spiranthes spiralis σχηματίζονται τα φύλλα της βάσης ήδη από το φθινόπωρο που ανθίζει και το φυτό. Αυτά τα είδη ξεχειμωνιάζουν με ένα ρόδακα ο οποίος σε περιπτώσεις βαρυχειμωνιάς παρουσιάζει την άνοιξη μια παγόπληκτη, κυριολεκτικά ταλαιπωρημένη εικόνα. Σε κάποια άλλα ορχεοειδή όπως π.χ. Dactylorhiza romana, Neotinea maculate ή Orchis iatalica, τα φύλλα είναι στικτά με πορφυρές κηλίδες ή ραβδώσεις. Στις ορχιδέες που φύονται σε ανοικτά -0 φωτεινά μέρη τα φύλλα τους είναι σχετικά μικρά και έχουν σχήμα μακρουλό και στενό. Αντίθετα, σ’ αυτές που προτιμούν σκιερά – καλυμμένα μέρη, όπως π.χ. η Listera ovata, τα φύλλα τους είναι σχετικά μεγάλα, φαρδιά και στρογγυλά, προφανώς για να ανταποκρίνονται καλύτερα στη διαδικασία της φωτοσύνθεσης.
Η εξάπλωση της οικογένειας των ορχεοειδών στη Λέσβο εκτείνεται γενικά και στις έξι (6) περιοχές βλάστησης που παρατηρούνται στο νησί. Όμως ιδιαίτερη εξάπλωση και ποικιλία έχει στην Τρίτη περιοχή βλάστησης δηλαδή αυτήν της ελιάς και του πρίνου. Τη μέγιστη συχνότητα παρουσίας παρατηρούμε στο νοτιοανατολικό τμήμα του νησιού, δηλαδή από τον ορεινό όγκο του Ολύμπου μέχρι την ευρύτερη περιοχή Πλωμαρίου, γύρω από τον κόλπο της Γέρας και στη χερσόνησο της Αμαλής. Αυτό έχει την εξήγησή του κυρίως στη γεωλογική σύσταση των εδαφών του ανατολικού τμήματος της Λέσβου. Οι περισσότερες ορχιδέες προτιμούν γενικά τα ασβεστολιθικά εδάφη όπου η οξύτητα είναι βασική εξαιτίας της αυξημένης παρουσίας ασβεστίου.
Πηγή: Γιάννη Α. Καρατζά – Αλκμήνης Γ. Καρατζά. «Ορχιδέες, αγριολούλουδα της Λέσβου. Συμβολή στην απογραφή και επισκόπηση της ορχεοχλωρίδας της Λέσβου.» Εκδόσεις ΕΝΤΕΛΕΧΕΙΑ (Αγ. Ειρήνης 7 – 811.00 Μυτιλήνη. Τηλ-fax: 22510-44054. e-mail: promoline@les.forthnet.gr). ISBN: 978-960-7886-04-0.
Σπάνιες ορχιδέες στην περιοχή της Αγιάσου
Πριν από χιλιάδες χρόνια, η μάνα Φύση αποφάσισε για τη Λέσβο προικίζοντάς την με μια μοναδική σε ποικιλία χλωρίδα. «Εύδενδρο» και «Λασία» την αποκαλούσαν στην προϊστορική περίοδο κι έτσι κατάφυτη παραμένει μέχρι σήμερα.
Στην κεντρική χερσόνησο της νήσου Λέσβου δεσπόζει ο ορεινός όγκος του Ολύμπου με υψόμετρο κορυφής τα 967 μ. και στις υπώρειές του, σε υψόμετρο περίπου 500 μ. βρίσκεται η κωμόπολη της Αγιάσου.
Όλη η περιοχή γύρω από τον Όλυμπο αποτελεί ένα φυτολογικό παράδεισο, ιδίως την εποχής της άνοιξης. Ανάμεσα σε δέντρα και θάμνους βρίσκεται ένα μεγάλο πλήθος κοινών φυτών αλλά και πολυάριθμα φαρμακευτικά φυτά (βότανα), καθώς και αρκετά άλλα σημαντικά και σπάνια για την Ελλάδα και την Ευρώπη φυτικά είδη.

Εκτός των γνωστών φαρμακευτικών φυτών μπιτόνικα ή σιδερίτη, βάλσαμου, φασκομηλιάς και άλλων, ευδοκιμούν και κάποια συνηθισμένα φυτά όπως η παπαρούνα, η ανεμώνη, η αγριοτριανταφυλλιά, οι διαφόρων τύπων μαργαρίτες, τα αγκάθια και πολλά άλλα. Επίσης υπάρχουν και χαρακτηριστικά φυτά της περιοχής όπως το ορνιθόγαλο, η αριστολόχια, οι αυτοφυείς τουλίπες, η φριτιλάρια, οι παιώνιες, η αγριοβιολέτα, η ψωραλέα και άλλα.
Περιπόθητος όμως στόχος των παθιασμένων ερασιτεχνών αλλά και των εξειδικευμένων επιστημόνων είναι οι αυτοφυείς ορχιδέες. Πρόκειται για μερικά από τα πιο εντυπωσιακά και σπάνια ορχεοειδή της Λέσβου, της Ελλάδας, αλλά και της Ευρώπης γενικότερα. Βέβαια στην ευρύτερη περιοχή της Αγιάσου, καθώς και σε πολλά άλλα μέρη του νησιού, υπάρχουν και πολλά άλλα είδη ορχεοειδών κοινά, σπάνια, αλλά και μερικές μοναδικές τοπικές παραλλαγές τους.
Ανάμεσα στα πολυάριθμα ορχεοειδή του Ολύμπου ξεχωριστή θέση κατέχουν τα ακόλουθα:
- Το γένος Orchis. Το όνομα του γένους το έδωσαν οι δυο στρογγυλές ρίζες του φυτού που προσομοιάζουν σε ανδρικά γεννητικά όργανα. Η ονομασία του είδους Tridentata (τρίδοντος) προέρχεται από το σχήμα του χείλους του άνθους που χωρίζεται σε τρία οδοντωτά λοβία. Η ταξιανθία είναι σχετικά πυκνή και ημισφαιρική. Τα άνθη έχουν ανοιχτό έως σκούρο ροζ χρώμα, φέρουν το κωνικό πλήκτρο που χαρακτηρίζει το γένος (το οποίο όμως δεν έχει μέσα νέκταρ). Τα πλάγια σέπαλα και τα πέταλα του άνθους σχηματίζουν μια κουκούλα. Γονιμοποιείται από έντομα. Προτιμά ημισκιερές θέσεις με ασβεστολιθικά και ουδέτερα εδάφη σε ανοιχτά πευκοδάση και φρυγανότοπους. Ανθίζει από μέσα Απριλίου μέχρι τέλη Ιουνίου σε μέρη με υψηλό υψόμετρο.

- Το γένος Ophrys και συγκεκριμένα το είδος reinholdii, δηλαδή η ορχιδέα του Ράινχολντ. Είναι λεπτό φυτό, μεσαίου μεγέθους. Τα άνθη του διαθέτουν τριγωνικά ροζωπά σέπαλα με πράσινη κεντρική φλέβα. Τα πέταλα είναι επίσης τριγωνικά αλλά πολύ μικρότερα και λεπτότερα και έχουν το ίδιο περίπου χρώμα με τα σέπαλα. Το χείλος του άνθους μοιάζει με έντομο γιατί με τον τρόπο αυτό το φυτό ξεγελά με τα χρώματα, το σχήμα αλλά και το μίγμα ουσιών που εκλύει και που προσομοιάζουν με τις φερομόνες των θηλυκών εντόμων, τα άπειρα νεαρά αρσενικά έντομα που προσπαθούν να ζευγαρώσουν με το άνθος και έτσι το γονιμοποιούν. Προτιμά ασβεστολιθικά εδάφη και φύεται κυρίως σε φωτεινά πευκοδάση και φρυγανότοπους. Ανθίζει από τέλη Μαρτίου μέχρι αρχές Μαΐου.

- Limodorum abortivum. Το όνομα στο γένος αυτό το έδωσε ο Λέσβιος βοτανικός και φιλόσοφος Θεόφραστος. Πρόκειται για συνηθισμένο ορχεοειδές της Λέσβου, ιδιαίτερα εύρωστο και υψηλό που το βρίσκουμε συνήθως σε πευκώνες και καστανιώνες. Διαθέτει ιδιαίτερα μακριές και βαθιές ρίζες. Ολόκληρο το φυτό έχει ιώδες χρώμα δίχως λίχνος πράσινων φύλλων. Το στέλεχος φέρει μικρά φυλλαράκια σαν λέπια. Τα άνθη του είναι μεγάλα, βιολετί απόχρωσης με μακρύ πλήκτρο.

- Το γένος Anacamptis (Ανάκαμπτος) σημαίνει στραμμένος προς τα πίσω και πήρε το όνομά του από τη θέση που κατέχουν τα γυρεομάγματα πάνω στον ανθήρα. Το δεύτερο συστατικό του ονόματος του είδους, pyramidalis, δηλαδή πυραμοειδής, προέρχεται από το σχήμα της ταξιανθίας του φυτού. Είναι ποικιλόμορφο φυτό με λεπτά λογχοειδή φύλλα. Η ταξιανθία αποτελείται από πολλά μικρά και ρόδινα και εύοσμα άνθη. Το πλήκτρο είναι μακρύ τροχοειδές και κυρτό προς τα κάτω. Προτιμά ασβεστώδη ξηρά εδάφη και φυτρώνει σε παλιά σέτια, φρυγανότοπους, ελαιώνες, αλλά και πευκοδάση. Ανθίζει από τέλη Απριλίου μέχρι Μάιο, ενίοτε έως και αρχές Ιουνίου.

- Το γένος Cephalanthera πήρε το όνομά του από τη στρογγυλεμένη μορφή του ανθήρα που μοιάζει πραγματικά με κεφάλι. Το δεύτερο συστατικό του ονόματος που προσδιορίζει το είδος, longifolia, προήλθε από τα μακρόστενα λογχοειδή φύλλα του, καθόσον η λατινική αυτή λέξη σημαίνει μακρύφυλλος. Πρόκειται για σχετικά σύνηθες ορχεοειδές της ευρύτερης περιοχής του Ολύμπου. Χαρακτηρίζεται από το έρπον ρίζωμα, τα επαλλάσσοντα φύλλα, τη σταχυόμορφη ταξιανθία και τα σχεδόν κλειστά άνθη. Το φυτό αυτό πολλαπλασιάζεται κυρίως με το ρίζωμα. Προτιμά ημισκιερές τοποθεσίες σε παρυφές καστανιώνων ή πευκοδασών με ασβεστολιθική σύσταση εδάφους. Ανθίζει από Απρίλιο μέχρι τα τέλη Μαΐου.

- Η βοτανολογική ατραξιόν της περιοχής είναι το Himantoglossum comperianoum ή μέχρι προ τινός γνωστό ως comperia comperiana. Κατέχει μια ιδιαίτερη θέση ανάμεσα στα πιο ενδιαφέροντα ορχεοειδή της Ευρώπης μιας και πρόκειται για ένα σπάνιο και δυσεύρετο ορχεοειδές της Ανατολής για το οποίο η Λέσβος και συγκεκριμένα ο ορεινός όγκος Ολύμπου της Αγιάσου θεωρείται ως το δυτικότερο όριο εξάπλωσής του. Οι γνωστότεροι παγκοσμίως τόποι που ευδοκιμεί είναι τα ψηλά βουνά της γειτονικής Μικρασίας, του Λιβάνου, της Συρίας και της Κριμαίας. Φυτρώνει κυρίως μέσα σε ορεινά πευκοδάση σε υψόμετρο πάνω από 600 μ. και προτιμά σκιερές τοποθεσίες με ασβεστολιθικά εδάφη. Ανθίζει συνήθως από τις αρχές Μαΐου μέχρι και όλο τον Ιούνιο. Το άνθος της ορχιδέας αυτής χαρακτηρίζεται από τις μακριές νηματοειδείς απολήξεις του χείλους, που φτάνουν και ενίοτε ξεπερνούν τα 4 εκ. σε μήκος.

- Υπάρχουν όμως στην ευρύτερη περιοχή της Αγιάσου και άλλα είδη του γένους Himantoglossum που αποικούν την ίδια περίπου περιοχή με την Comperia. Το γένος Himantoglossum πήρε το όνομά του από ελληνικές λέξεις ιμάντας και γλώσσα που έχουν σχέση με το μέγεθος και τη μορφή του χείλους. Τα άνθη του έχουν σκούρο ρόδινο χρώμα με πορφυρές κηλίδες στη βάση του χείλους. Το μεσαίο λοβίο του χείλους είναι διχαλωτό μήκους μέχρι 90 χιλ. και μήκους σχισμής 10-50 χιλ. Το φυτό αυτό προτιμά σκιερά ασβεστολιθικά εδάφη και φυτρώνει σε ακρώρειες δασών. Ανθίζει Ιούνιο με Ιούλιο.

- Κάτι όμως εντελώς νέο, σπανιότατο και ενδεχομένως μοναδικό είναι το υβρίδιο που έτυχε να εντοπίσω την άνοιξη του 2004, λίγο ψηλότερα από το Σανατόριο της Αγιάσου, ανάμεσα στα δυο προπεριγραφέντα είδη. Δηλαδή το Himantoglossum comperianoum και το Himantoglossum montis tauri. Πρόκειται για ένα μοναδικό φυτό που μέχρι τώρα δεν έχει αναφερθεί παρόμοιό του από κανέναν άλλο ερευνητή παγκοσμίως. Είναι προφανώς μια νέα βοτανική ατραξιόν της Αγιάσου και σίγουρα μια προσθήκη στις σπάνιες και ιδιαίτερα αισθητικές παρουσίες φυτών στη Λέσβο. Στο υβρίδιο αυτό δόθηκε το τιμητικό για την Αγιάσο όνομα Comptoglossum agiasense, I. Karatzas, nothogen, et spec.nat.nov.

Οι ορχιδέες αποτελούν τη μεγαλύτερη ίσως και ταυτόχρονα όμως και νεότερη οικογένεια φυτών στην οποία μάλιστα η εξέλιξη δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί.
Οι αναρίθμητες ιδιαιτερότητες και ιδιότητές τους εντυπωσιάζουν. Το απαράμιλλο κάλλος των λεπτεπίλεπτων ανθέων τους σαγηνεύει, ενώ συνεπαίρνει η αναζήτησή τους στην ανοιξιάτικη ύπαιθρο στις παρυφές του Ολύμπου. Οι αυτοφυείς ορχιδέες στη Λέσβο βρίσκονται αυτή τη στιγμή σε κρίσιμη, οριακή θα λέγαμε, κατάσταση. Απειλούνται από υπερβόσκηση, εντατικοποίηση καλλιεργειών, υπερδόμηση της υπαίθρου και γενικά από πολλές αλόγιστες ανθρωπογενείς παρεμβάσεις στη φύση που αλλοιώνουν και καταστρέφουν τους βιότοπούς τους. Η γνωριμία με κάποιες από τις ορχιδέες της ευρύτερης περιοχής της Αγιάσου μακάρι να εμφυσήσει αγάπη και σεβασμό για τα φυτά αυτά και όλοι μας να μεριμνούμε στο μέλλον για την καλύτερη και αποτελεσματικότερη προστασία τους.
Στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα όλες οι άγριες ορχιδέες κατατάσσονται σε κατηγορία αυστηρής προστασίας. Αν τελικά διαχειριστούμε υπεύθυνα την παρουσία τους και προστατεύσουμε αποτελεσματικά τους βιότοπούς τους, μπορεί να κερδίσουμε πρόσθετους αναπτυξιακούς πόρους μέσα από εναλλακτικές μορφές οικολογικού τουρισμού.
(Ομιλία – Παρουσίαση του Γιάννη Α. Καρατζά στην κεντρική εκδήλωση της 1ης Γιορτής Κερασιού του Δήμου Αγιάσου. Κινηματοθέατρο Αναγνωστηρίου Αγιάσου, Κυριακή 10-6-2007, 7 μ.μ.)
Ο Καστανιώνας
Η καλλιέργεια της καστανιάς
Τα δεδομένα της παλαιοντολογίας πιστοποιούν ότι το δένδρο της καστανιάς υπήρχε από την τριτογενή περίοδο στην Ευρώπη. Δηλαδή πριν από 65 – 70 εκατομμύρια χρόνια. Τότε οι θερμοκρασίες ήταν ευνοϊκές, γι’ αυτό και το δένδρο είχε εξαπλωθεί προς το βορά. Αυτό επιβεβαιώνεται από τα ίχνη φύλλων και καρπών καστανιάς, που βρέθηκαν σε απολιθώματα της τριτογενούς περιόδου στη Γροιλανδία, την Αλάσκα, και τις χώρες της Σκανδιναβικής χερσονήσου. Την ίδια περίπου περίοδο απολιθώματα καστανιά βρέθηκαν στο σημερινό Καναδά, Ιαπωνία, Γάλλια, Ιταλία, στην πρώην Γιουγκοσλαβία, Αυστρία και Ουγγαρία.
Με την πάροδο των χρόνων και την αλλαγή των κλιματολογικών συνθηκών η ύπαρξη της καστανιάς περιορίζεται στη Ευρώπη από την Ισπανία και την Πορτογαλία μέχρι τον Καύκασο και περιλαμβάνει όλες τις χώρες που βρέχονται από τη Μεσόγειο Θάλασσα.

Σήμερα οι κυριότερες χώρες παραγωγής κάστανου στην Ευρώπη είναι η Ιταλία, η Γαλλία, η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ελλάδα.
Τα τελευταία χρόνια δυστυχώς λόγω εγκατάλειψης ή παύσης της συστηματικής καλλιέργειάς τους η παραγωγή έχει μειωθεί σημαντικά. Αν και τα παραγόμενα κάστανα της Αγιάσου είναι εξ ολοκλήρου βιολογικά – οικολογικά, επειδή η καλλιέργειά τους χρόνια τώρα γίνεται με τρόπο αρχέγονο και εν πολλοίς ευκαιριακό, οι ασθένειες της καστανιάς, η χαμηλή τιμή του προϊόντος, η μη ύπαρξη αντισταθμιστικών οικονομικών παροχών οδηγούν σε συνεχή μείωση του συνολικού παραγόμενου προϊόντος.
Βασικές ασθένειες του Αγιασώτικου Καστανιώνα είναι η μελάνωση, το έλκος, ο ιξός, η καρπόκαψα, το ρόδινο και το κόκκινο σκουλήκι που προσβάλλουν τους καρπούς, η μαύρη αφίδα που προκαλεί ζημιές στα νεαρά φύλλα και τους τρυφερούς βλαστούς, καθώς και τα ξυλοφάγα έντομα που υποβαθμίζουν την ξυλεία της καστανιάς.

Εξάλλου η παραγωγή του προϊόντος καθώς και η ποιότητά του εξαρτάται από τις κλιματολογικές συνθήκες και κύρια τις πρώιμες βροχές που τα τελευταία χρόνια είναι πλέον σπάνιες έως ανύπαρκτες.
Μεγάλη αξία έχει και η ξυλεία που παράγεται από την καστανιά. Χρόνια τώρα το προϊόν αυτό έντυνε τα σπίτια του νησιού με κουφώματα, έπιπλα, πετσώματα σκεπών και σαχνισίνια (ξύλινες προεξοχές σπιτιών).
Δυστυχώς η ανθεκτικότητα και η τιμή οδήγησε σε εισαγόμενη πλέον ξυλεία.
Για την καλλιέργεια διακοσμητικών φυτών, διαπιστώνεται ότι το καστανόχωμα, το αχινόχωμα και το φυλλόχωμα είναι ιδανικά.
Το μέλι της καστανιάς έχει έντονο χαρακτηριστικό άρωμα και γεύση που ελάχιστα πικρίζει. Κρυσταλλώνει αργά σε ένα έως δύο χρόνια. Έχει υψηλή βακτηριοστατική δράση και αντέχει περισσότερο στη θέρμανση και στο χρόνο διατήρησης από τα άλλα μέλια. Το μέλι καστανιάς επιταχύνει την κυκλοφορία του αίματος και ασκεί στυπτική ενέργεια σε περιπτώσεις δυσεντερίας.
Περισσότερο απ’ όλα, τα αντισταθμιστικά οφέλη προβάλλουν ως αναγκαιότητα για τη συνέχεια της παραγωγής αυτού του προϊόντος.
Ο καστανιώνας της Αγιάσου
Ανυπέρβλητο φυσικό στολίδι του ορεινού όγκου του Ολύμπου και κυρίαρχη φυτοκοινωνία του είναι ένα μη αυτοφυές δάσος καστανιάς έκτασης 11.000 στρεμμάτων, που αποτελεί οικότοπο με περιορισμένη εξάπλωση στο Αιγαίο και ενδιαίτημα σημαντικών γαιοφύτων. Ο γνωστός σε όλους μας και πολυαγαπημένος καστανιώνας εξασφάλιζε για αιώνες ένα σημαντικό εισόδημα στους κατοίκους της Αγιάσου.

Σύμφωνα με τον Στρατή Π. Κολαξιζέλη, την περίοδο της Ρωμαϊκής κατοχής της Λέσβου (88 π.Χ. – 395 μ.Χ.) ένας από τους άρχοντες της «χώρας της Πενθίλης» έφερε από τη Μικρά Ασία και φύτεψε στην περιοχή μας τις πρώτες καστανιές. Μετά τον τρομερό παγετό που έπληξε τον ελαιώνα και έμεινε στην ιστορία ως «η καμάδα των ελιών» (11-1-1850), οι πρόγονοί μας συνειδητοποίησαν ότι δεν πρέπει να περιορίζονται μόνο στην καλλιέργεια της ελιάς, αλλά να δημιουργήσουν και άλλες πηγές βιοπορισμού. Για το λόγο αυτό, στράφηκαν στον καστανιώνα. Καθάρισαν τα σωθήρια από τα άγρια φυτά, «ημέρεψαν» με τον εμβολιασμό τα οπωροφόρα δένδρα και μετέτρεψαν τις όχθες των ρυακιών σε εύφορα περιβόλια, όπου καλλιέργησαν και τις πρώτες πατάτες. Ύστερα από τη μεγάλη πυρκαγιά του 1877 (το «γιανγκίνι» της 14-15/8/1877), οι αγριοκαστανιές, που βλάστησαν πάνω στους κορμούς των παλιών, εξημερώθηκαν με εμβόλια από ήμερες καστανιές και η παραγωγή τους στο τέλος της τουρκοκρατίας έφτασε τις τριακόσιες χιλιάδες οκάδες! Στη διάρκεια της κατοχής το κάστανο ήταν το προϊόν που έσωσε χιλιάδες ζωές από τη θανατηφόρα πείνα που ενέσκυψε. Κι επειδή οι Αγιασώτες με την έντονη θυμοσοφική τους διάθεση πάντα διακωμωδούν τόσο τις χαρές όσο και τα βάσανα της ζωής τους, έλεγαν τότε το παρακάτω τετράστιχο:
Τα κάστανα τιλειώσανι
δείτι να σουδιαστείτι
να τρώτι καστανόπταρα
μη τυχόν τσι πρηστείτι!
(Το … πρήξιμο παραπέμπει στον τυμπανισμό λόγω της πείνας, φαινόμενο δυστυχώς πολύ συνηθισμένο το χειμώνα του 1941 – 1942.)
Εδώ και αρκετά χρόνια, όμως, ελάχιστοι είναι πια αυτοί που διασχίζουν τα υπέροχα λιθόστρωτα μονοπάτια του καστανιώνα για να απομυζήσουν τη στερεμένη ικμάδα του. Αιτία, αφενός οι γενικότερες κοινωνικο-οικονομικές αλλαγές που οδήγησαν στην ερήμωση της αγροτικής υπαίθρου και αφετέρου οι αρρώστιες που τον έχουν προσβάλει με αποτέλεσμα να μειωθεί η παραγωγή του. Παρόλα αυτά, το Αγιασώτικο κάστανο είναι ένα περιζήτητο ντόπιο προϊόν, που χαίρει ακόμα της εκτίμησης του καταναλωτικού κοινού.

Η ορεινή περιοχή του Ολύμπου Λέσβου συγκεντρώνει σημαντικά οικολογικά χαρακτηριστικά. Μια μεγάλη ποικιλία οικοτόπων και ζωντανών οργανισμών συναντάται σε μια σχετικά μικρή έκταση. Πολλά είδη της πανίδας και της χλωρίδας του προστατεύονται τόσο από την Ελληνική όσο και από την Κοινοτική Νομοθεσία. Υπάρχουν 12 είδη ορχιδέας, ευαίσθητα, προστατευόμενα από τη Συνθήκη CITES, σπάνια όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη.
Σήμερα πολλοί ντόπιοι και κυρίως ξένοι τουρίστες επισκέπτονται την Αγιάσο, για να θαυμάσουν και να μελετήσουν τον ανυπέρβλητο αυτό πλούτο των δασών του Ολύμπου, που αποτελούν χωρίς υπερβολή ένα βοτανικό παράδεισο. Η ανάπτυξη του οικολογικού και φυσιολατρικού τουρισμού προβάλλει σαν αναγκαιότητα, αφού μπορεί να αποτελέσει σημαντική πηγή πλούτου. Παράλληλα, πρέπει να γίνει επιστημονική παρέμβαση για την αντιμετώπιση των ασθενειών του καστανιώνα που περιορίζουν την παραγωγική του ικανότητα. Και τέλος, να βρεθούν τρόποι αποδοτικής αξιοποίησης των πολλών και εκλεκτών προϊόντων του, αλλά και μορφές επιχειρηματικής εκμετάλλευσης στηριγμένες είτε σε ατομική, είτε ακόμα καλύτερα σε συνεταιριστική βάση.
Οι ασθένειες της καστανιάς
Θα αναφερθούμε σε δυο ασθένειες της καστανιάς που είναι καταστρεπτικές για τα δένδρα και το χειρότερο πολύ δύσκολα αντιμετωπίζονται.
Οι παραγωγοί μέχρι σήμερα ξέρουν για την καρπόκαψα, το ρόδινο και το κόκκινο σκουλήκι που προσβάλλουν τους καρπούς, τη μαύρη αφίδα που προκαλεί ζημιές στα νεαρά φύλλα και τους τρυφερούς βλαστούς, καθώς και τα ξυλοφάγα έντομα που υποβαθμίζουν την ξυλεία της καστανιάς. Λίγοι θα έχουν ακούσει για τη μελάνωση και το έλκος. Πιστεύαμε ότι αυτά ήταν προβλήματα που αφορούσαν άλλες περιοχές: τη Χαλκιδική, την Καστοριά, τη Φθιώτιδα, τη Μαγνησία. Τώρα, εργαστηριακοί έλεγχοι που έκανε το Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών σε δείγματα της περιοχής μας, απέδειξαν ότι δυστυχώς από δω και πέρα με τα έλκη θα αποκτήσουμε ιδιαίτερη οικειότητα.
Η μελάνωση και το έλκος είναι ασθένειες μολυσματικές που τις δημιουργεί μύκητας, μεταδίδονται από δέντρο σε δέντρο με διάφορους τρόπους και τα αποτελέσματα είναι καταστρεπτικά.
Η μελάνωση, η πιο επιζήμια ασθένεια της καστανιάς, οφείλεται στο μύκητα Phytophthora cinnamomi και Phytophthora cambivora. Η μόλυνση ξεκινάει από τα ριζικά τριχίδια, προχωρεί σε μεγάλες ρίζες και καταλήγει στη βάση του κορμού που εμφανίζει πλέον το τυπικό της ασθένειας. Αποτέλεσμα της προσβολής είναι η καταστροφή του κάμβιου, η αναστολή της αύξησης του πάχους της ρίζας, το σχίσιμο του φλοιού και η εκροή χυμού απ’ τα γυμνά τμήματα που δημιουργούν τα έλκη στις κεντρικές ρίζες και στη βάση του κορμού, ο οποίος λόγω της οξείδωσης των ταννινών που περιέχει παίρνει ένα μαύρο χρώμα (απ’ αυτό και το όνομα μελάνωση).
Αρχικά τα έλκη αυτά περιορίζονται στη μία πλευρά του κορμού. Σε προχωρημένο στάδιο περιζώνουν όλο τον κορμό. Τα συμπτώματα της προσβολής εκφράζονται με προοδευτική ξήρανση της κορυφής του δέντρου και είναι:
- Κλαίουσα εμφάνιση των φύλλων.
- Αποκαλύπτονται οι αχινοί και διαγράφονται έντονα στον ουρανό.
- Τα φύλλα κιτρινίζουν ελαφρά, αλλά ποτέ δεν πέφτουν.
- Την επόμενη άνοιξη εμφανίζονται πολλοί νεκροί βλαστοί.
- Τα επόμενα χρόνια εμφανίζονται όλο και περισσότερα συμπτώματα, ώσπου τελικά έρχεται και ο θάνατος των δέντρων.
- Η ασθένεια εξελίσσεται αργά και όλα αυτά μπορεί να κρατήσουν μέχρι και δέκα χρόνια.

Για το έλκος αιτία είναι ο μύκητας cryptonectria parasitica που προσβάλλει ολόκληρο το εναέριο τμήμα της καστανιάς – κορμό, βραχίονες και κλαδιά – και τους δημιουργεί έλκη τα οποία αναπτύσσονται γρήγορα και ξεραίνουν τα τμήματα που βρίσκονται πάνω απ’ αυτά.
Τα έλκη στα νεαρά κλαδιά είναι κιτρινοκόκκινα ή καστανοκόκκινα και διακρίνονται σαφώς απ’ το χρώμα του υγιούς φλοιού. Εάν στο προσβεβλημένο τμήμα του κλάδου το παράσιτο επιφέρει τη νέκρωση του φλοιού και του κάμβιου, τότε το έλκος εμφανίζεται βυθισμένο.
Εάν το κάμβιο δεν καταστραφεί, τότε σχηματίζονται νέα στρώματα φλοιού και ως εκ τούτου το έλκος επεκτείνεται, εξογκώνεται και παρουσιάζει επιμήκεις ρωγμές.
Με την πάροδο του χρόνου τα έλκη γίνονται ανώμαλα, η επιφάνεια γεμίζει ρυτίδες και τελικά τμήματα του φλοιού ξεκολλούν απ’ το ξύλο.
Οι καρποφορίες του μύκητα, τα πυκνίδια (έχουν μέγεθος κεφαλιού καρφίτσας και είναι πορτοκαλόχρωμα) σχηματίζουν ένα στρώμα και περιβάλλονται από μία γλοιώδη ουσία. Προσκολλούνται σε έντομα και πουλιά και έτσι μεταφέρονται σε μεγάλες ή μικρές αποστάσεις.
Τα νεαρά δέντρα, όταν προσβληθούν, πεθαίνουν σε 3 – 4 χρόνια ενώ τα μεγαλύτερης ηλικίας σε 8 – 10 χρόνια.
Δε θα πω περισσότερα για τις ασθένειες αυτές που καταστρέφουν την καστανιά, ούτε για την καταπολέμησή τους (ξελάκκωμα, επαλείψεις με βορδιγάλειο πολτό, οξυχλωριούχο χαλκό κτλ).
- Αλλά η καστανιά στην περιοχή μας πρέπει να υπάρχει γιατί:
- Παράγει καρπούς (κάστανα) κάθε χρόνο.
- Παράγει πολύτιμη ξυλεία.
- Είναι δέντρο που αυξάνεται γρήγορα.
- Αναπτύσσεται σε δασικά εδάφη σε υψόμετρο 400 ως 1000 μέτρα.
- Δημιουργεί εξαιρετικά οικοσυστήματα για την άγρια πανίδα, καθόσον ο καρπός της είναι ιδιαίτερα θρεπτικός.
- Δημιουργεί ελκυστικά δάση από αισθητική άποψη.
- Αποτελεί κατάλληλο είδος για βιοκαλλιέργεια.
- Είναι δέντρο ανθεκτικό στις δασικές πυρκαγιές.
- Επιδοτείται από τον κοινοτικό κανονισμό 1257/1999 και το πρόγραμμα ενίσχυσης νέων αγροτών.
(Ομιλία του Στρατή Αν. Καζατζή στην κεντρική εκδήλωση της 3ης Γιορτής Κάστανου του Δήμου Αγιάσου. Κινηματοθέατρο Αναγνωστηρίου Αγιάσου Κυριακή 12-11-2006, 7 μ.μ.)
Τα προϊόντα του καστανιώνα
Το δέντρο φυτρώνει σε υψόμετρο από 300 έως 1300 μέτρα , αλλά πάνω από τα 1000-1100 μέτρα, σπάνια καρποφορεί.
Το κάστανο έχει την ίδια διατροφική αξία με τα μανιτάρια και τις πατάτες. Είναι πλούσιο σε βιταμίνη C που δε διασπάται με το ψήσιμο ή με το βράσιμο. Η παραγωγή στην Ελλάδα αγγίζει τους 15.000 τόνους κατ’ έτος. Η παραγωγή κάστανου στην Αγιάσο έφτανε παλαιότερα τους 140-150 τόνους. Από το κάστανο γίνονται γλυκά κουταλιού, μαρμελάδα, τρουφάκια, σοκολατάκι, κορμός, ακόμα και ψωμί.

Η καστανιά αξιοποιεί τα όξινα εδάφη, δηλαδή με PH μεταξύ 5,5 και 6,5 που δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε άλλες καλλιέργειες. Αν και έχει πολλούς εχθρούς και ασθένειες, εντούτοις το δέντρο είναι αιωνόβιο, παίρνει μεγάλες διαστάσεις ιδίως καθ’ ύψος και όταν είναι σε καλή κατάσταση δίνει ικανοποιητική παραγωγή για περισσότερο από 100 χρόνια . Έχουν παρατηρηθεί έξι ασθένειες των ριζών, του κορμού και των κλαδιών, δέκα εχθροί και ασθένειες των φύλλων και των καρπών και έξι φυλλοφάγα και ξυλοφάγα έντομα, εκτός των παγετών, των ηλιακών εγκαυμάτων, της ασφυξίας των ριζών κλπ.
Τα κάστανα που παράγονται στην Αγιάσο σήμερα είναι οικολογικά. Η παραγωγή του προϊόντος επηρεάζεται από τις κλιματολογικές συνθήκες και κυρίως τις πρώιμες βροχές. Απ’ αυτές εξαρτάται η ποιότητα, η ποσότητα της παραγωγής και το μέγεθος του παραγόμενου κάστανου.
Μεγάλη αξία έχει και η ξυλεία που παράγεται από την καστανιά. Χρόνια τώρα το προϊόν της ξυλείας της έντυνε τα σπίτια των Αγιασωτών με κουφώματα, έπιπλα, πετσώματα σκεπών και σαχνισίνια. Σήμερα η χρήση της ξυλείας της καστανιάς περιορίστηκε σημαντικά, λόγω και της εισαγόμενης ξυλείας. Η ετήσια υλοτόμηση αποδίδει 180 έως 200 κυβικά μέτρα.

Προϊόν της καστανιάς είναι και οι πάσσαλοι περίφραξης αλλά κι αυτοί παραχωρούν τη θέση τους στους μεταλλικούς, οι οποίοι προέρχονται από ανακυκλωμένα μέταλλα.
Άλλο προϊόν είναι οι τέμπλες (ξύλινοι μεγάλοι βλαστοί καστανιάς που χρησιμοποιούνται στο ράβδισμα του καρπού της ελιάς) κατάλληλα επεξεργασμένες και ψημένες. Αυτές αντιστέκονται ακόμα στον ανταγωνισμό των ραβδιστικών μηχανημάτων. Το 90% των λεσβιακών ελαιώνων ραβδίζεται ακόμα με τις παραδοσιακές τέμπλες. Τούτο σημαίνει ότι σε μια καλή ελαιοκομική περίοδο κόβονται περίπου 11.000 έως 12.000 τέμπλες, που με μια μέση τιμή μπορούν να αποφέρουν εισόδημα στην Αγιάσο περίπου 500.000 έως 600.000 Ευρώ. Το κόψιμο για πάσσαλους και τέμπλες είναι ελεύθερο, ενώ για την υλοτόμηση και παραγωγή ξυλείας απαιτείται ειδική άδεια υλοτόμησης από τη Δασική Υπηρεσία.Για την παραγωγή διακοσμητικών γλαστρικών φυτών εσωτερικού και εξωτερικού χώρου, διαπιστώνεται ότι οι ανθοπαραγωγοί αγοράζουν και χρησιμοποιούν καστανόχωμα που προέρχεται από:
α) το σάπιο ξύλο του εσωτερικού των καρπών της καστανιάς,
β) τους σάπιους αχινούς, το λεγόμενο αχινόχωμα, και
γ) τα σάπια φύλλα της καστανιάς, το λεγόμενο φυλλόχωμα. Αυτά χρησιμοποιούνται για την παραγωγή φυτών που αγαπούν το όξινο περιβάλλον, όπως οι καμέλιες οι γαρδένιες, τα φούλια, οι ορτανσίες κ.ά.

Πευκώνας
Το πευκοδάσος (τσαμλίκι) της «Μεγάλης Λίμνης»
Βορειοδυτικά του Ολύμπου απλώνεται ένα εκπληκτικής φυσικής ομορφιάς δάσος τραχείας πεύκης εκτάσεως περίπου 32.000 στρεμμάτων, το επονομαζόμενο τσαμλίκι της Αγιάσου, μεγάλο μέρος του οποίου ανήκει στη ζώνη του δικτύου Natura 2000. Η ζώνη αυτή χαρακτηρίζεται από αμιγείς συστάδες τραχείας πεύκης και από αείφυλλη σκληρόφυλλη βλάστηση. Στο εσωτερικό του δάσους παρατηρούμε την τυπική θαμνώδη δασική βλάστηση των αειφύλλων πλατυφύλλων.
Κύρια είδη της πανίδας που συναντώνται πολύ συχνά στο πευκοδάσος είναι τα τριχωτά (αλεπού, νυφίτσα, λαγός, ασβός), τα ερπετά (οχιά, σαΐτα, δενδρογαλιά) και τα πτερωτά (κουκουβάγια, γκιώνης, γεράκι, καρδερίνα, σπουργίτι, κοκκινολαίμης, λοξίας, περιστέρι, δεκαοκτούρα, κοτσύφι, τσίχλα, πέρδικα κ.ά).
Το δάσος αυτό είναι συνδεδεμένο με την ιστορία και την οικονομική ζωή των κατοίκων της Αγιάσου από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας μέχρι σήμερα.
Την εποχή της Τουρκοκρατίας οι κάτοικοι έπαιρναν από το δάσος τα δαδιά και το ρετσίνι, με τα οποία φωτιζόταν τη νύχτα και παρασκεύαζαν τη σκληρή πίσσα και το παχύρρευστο κατράμι. Την πίσσα πουλούσαν στα ναυπηγεία για το καλαφάτισμα των πλοίων και τη χρησιμοποιούσαν ως επίχρισμα τοίχων υπόγειων χώρων του σπιτιού (για να μην τους διαπερνά η υγρασία) και εσωτερικών επιφανειών υδροδοχείων. Το κατράμι το χρησιμοποιούσαν για θεραπευτικούς σκοπούς και κυρίως για την επάλειψη τραυμάτων!

Μέσα στον πευκώνα της Αγιάσου είχαν τον οικισμό τους οι νομάδες Γιουρούκοι, τμήμα του τουρκικού στοιχείου της Λέσβου, που παρέμειναν στο νησί μας μέχρι και το 1923, οπότε, με τη Συνθήκη της Λοζάννης και την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος-Τουρκίας, επέστρεψαν στη Μικρά Ασία. Οι Γιουρούκοι, ζούσαν μέσα σε σκηνές και εκμεταλλεύονταν τα πεύκα. Πουλούσαν στα χωριά καυσόξυλα, δαδιά, πινακωτές για φούρνους, σκάφες και άλλα δασικά προϊόντα.
Το 1823 ο Μουσταφά αγάς Κουλαξίζ, μετά την καταστολή της επανάστασης του βόρειου τμήματος και τη φυγή των Ψαριανών, σφετερίστηκε τη “Μεγάλη Λίμνη” και αποξήρανε ορισμένα τμήματά της για να τα σπείρει με σιτάρι, υποχρεώνοντας τους κατοίκους της Αγιάσου να εργάζονται καταναγκαστικά και εκ περιτροπής σ’ αυτήν και να μεταφέρουν με τα υποζύγιά τους τα παραγόμενα προϊόντα στη Μυτιλήνη. Η αγγαρεία των Αγιασωτών διήρκεσε μέχρι το τέλος της Ελληνικής Επανάστασης, οπότε η καλλιέργεια της “Μεγάλης Λίμνης” εγκαταλείφθηκε από το Μουσταφά ως ασύμφορη και η περιοχή μετατράπηκε σε βοσκότοπο. Οι απόγονοί του την κράτησαν μέχρι και το 1874, οπότε την αγόρασε η Εκκλησία από το Τουρκικό Δημόσιο.
Το 1929 καρποφόρησαν οι αγώνες του Συνεταιρισμού Ακτημόνων Αγιάσου, Πρόεδρος του οποίου ήταν ο δραστήριος έφεδρος ανθυπολοχαγός πεζικού Στρατής Καπάτος. Η διανομή των εκκλησιαστικών, μοναστηριακών, δημοτικών και σχολικών κτημάτων άρχισε από τα 8 μετόχια της Λήμνου, που ήταν ιδιοκτησία Μοναστηριών του Αγίου Όρους και ιδίως της Μονής της Μεγίστης Λαύρας. Μοιράστηκαν σε ακτήμονες καλλιεργητές (μπαρουτοκαπνισμένους μαχητές των Βαλκανικών Πολέμων και της Μικρασιατικής Εκστρατείας) όλες οι θαμνώδεις εκτάσεις γύρω από την κωμόπολη και μέχρι τις υπώρειες του Ολύμπου (Καμπιά). Απαλλοτριώθηκε ταχύτατα η “Μεγάλη Λίμνη”, αποξηράνθηκε έκταση 1.200 στρεμμάτων και μετατράπηκε σε περιβόλια και ποτιστικές καλλιέργειες σιτηρών, επιλύνοντας ένα μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα της εποχής εκείνης.
Τη περίοδο του εμφυλίου λίγο πάνω από τη θέση “Σωτήρα” λημέριαζαν οι αντάρτες που είχαν φτιάξει κάτω από σωρούς ογκωδών βράχων (χαλατσιές) τα αμπριά τους (υπόγεια κρησφύγετα – καταφύγια) τα οποία σώζονται ακόμα και σήμερα, άσβηστα χνάρια της εμφυλιοπολεμικής τραγωδίας του λαού μας.
Αργότερα και μέχρι το 1970 άκμαζε μέσα στο πευκοδάσος ο οικισμός των ρετσινάδων, που εκμεταλλεύονταν το ρετσίνι των πεύκων. Υπολείμματα του οικισμού αυτού σώζονται μέχρι και σήμερα στη θέση “Πατιλδέλια” (ίχνη σπιτιών και φούρνου, δεξαμενές ρετσινιού, ερειπωμένο καφενείο κλπ).
Σήμερα από τον πευκώνα αντλούν το βιοπορισμό τους αρκετές οικογένειες υλοτόμων του χωριού μας, αλλά και άλλων περιοχών. Η εκμετάλλευσή του γίνεται από το Δήμο με βάση διαχειριστικές μελέτες δεκαετούς ισχύος και τα έσοδα προέρχονται κυρίως από την εκποίηση πευκοδένδρων αραιωτικής υλοτομίας.

Οι περισσότερες λεκάνες απορροής που σχηματίζονται μέσα στα όρια του πευκοδάσους “Μεγάλης Λίμνης” συγκεντρώνουν μέτριες και ανάλογα με τη χρονιά και μεγάλες ποσότητες νερού που ρέουν προς τα κατάντη σχηματίζοντας μικρά-μέτρια ρέματα με εποχιακή κυρίως ροή νερού. Τα μεγαλύτερα απ’ αυτά, το ρέμα της “Αγίας Σωτήρας” και το ρέμα του “Τσίγκου”, έχουν ροή καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Ιδιαίτερη οικολογική αξία έχει και το ρέμα της “Καρκαβούρας” που πηγάζει από τα ψηλά σημεία του Ολύμπου, διέρχεται από την τοποθεσία του Αγίου Δημητρίου και τροφοδοτώντας τον ποταμό Ευεργέτουλα χύνεται στον κόλπο της Γέρας. Οι πηγές “Χτενέλλη” βρίσκονται μέσα στο ρέμα της Καρκαβούρας, σε υψόμετρο 350 μέτρα πάνω από το επίπεδο της θάλασσας. Η γέννηση των πηγών αυτών οφείλεται στα μάρμαρα της περιοχής τα οποία είναι εγκιβωτισμένα σε σχιστόλιθους.
Το ρέμα αυτό διέρχεται μέσα από ένα σπάνιο φυσικό περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από τρεις διαφορετικούς τύπους οικοτόπων που έχουν περιληφθεί στο ευρωπαϊκό σύστημα κατάταξης οικοτόπων του Nature 2000 και της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ (Παράρτημα I: Τύποι φυσικών οικοτόπων των οποίων η διατήρηση απαιτεί το χαρακτηρισμό εδαφών ως ειδικών ζωνών διατήρησης), ήτοι:
α) Ψηλός βραχώδης γκρεμός οριοθετεί την ανατολική κοίτη του ποταμού και φιλοξενεί χασμοτική βλάστηση ενώ στα σημεία που υπάρχει χώμα αναπτύσσονται συστάδες τραχεία πεύκης. Στο ευρωπαϊκό σύστημα κατάταξης ο τύπος αυτός οικοτόπου αναφέρεται ως “Ασβεστολιθικά βράχια με χασμοφυτική βλάστηση” (κωδικός 8210). Τα βράχια και οι γκρεμοί αυτού του τύπου αποτελούν τόπο φωλιάσματος αρπακτικών πουλιών, αλλά και βιότοπο πολλών από τα ενδημικά φυτά των νησιών του Β.Α. Αιγαίου.
β) Στην κοίτη του ποταμού αναπτύσσεται πλούσια παρόχθια βλάστηση, με υψηλή ποικιλότητα και κυρίαρχα είδη τα πλατάνια (Platanus orientalis), τις λυγαριές (Vitex agnus castus), τις λεύκες (popoulus sp.) και τις πικροδάφνες (Nerium oleander). Σε ορισμένα επίσης σημεία της κοίτης η φυσική βλάστηση έχει αντικατασταθεί από μικρούς ελαιώνες και περιβόλια, που συνοδεύονται από τη σποραδική παρουσία παραδοσιακών ξερολιθιών. Ο Τύπος αυτός οικοτόπου αναφέρεται στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ ως “Δάση με πλατάνια” (κωδικός 9200) και ανήκει στην κατηγορία “Ελληνικά – Βαλκανικά παραποτάμια δάση με πλατάνια” (κωδικός Corine 44.711). Τα ψηλά πλατάνια που εμφανίζονται στις όχθες των ποταμών της Μεσογείου και οι φυτοκοινότητες που αυτά απαρτίζουν αποτελούν τύπο οικοσυστήματος σπάνιο για τα αιγαιοπελαγίτικα νησιά. Η αφθονία της βλάστησης και η πλούσια ποικιλία των ειδών που εμφανίζεται στην περιοχή χαρακτηρίζει αποκλειστικά τις ορεινές περιοχές των μεγαλύτερων νησιών του Αιγαίου που διαθέτουν ρέοντα επιφανειακά νερά.
γ) Η δυτική κοίτη του ποταμού παρουσιάζει μικρότερες κλίσεις και αμέσως μετά την παραποτάμια βλάστηση αναπτύσσεται ένα πλούσιο δάσος τραχείας πεύκης με καλά ανεπτυγμένο υπόροφο που περιλαμβάνει μεγάλη ποικιλία θαμνωδών φυτών. Πουρνάρια, (Quercus coccifera), σκίνοι (Pistacea lentiscus), κοκορεβιθιές (Pistacea terebinthus), κουμαριές (Arbutus unedo), γλιστροκουμαριές (Arbutus andrachne), εφόρβιες (Euphorbia sp.), λαδανιές (Cistus sp.), κ.ά. σχηματίζουν μια πυκνή βλάστηση κάτω από τα πεύκα. Ο τύπος αυτός οικοτόπου αναφέρεται στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ ως “Μεσογειακά πευκοδάση” (κωδικός 9540). Ειδικότερα όμως τα δάση τραχείας πεύκης της περιοχής Ολύμπου αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία του παραπάνω τύπου με κωδικό 42.852 και την ονομασία «Αιγαιοπελαγίτικα πευκοδάση της Λέσβου».

Μέσα στο δάσος αναβλύζουν πλούσιοι υδάτινοι πόροι. Σπουδαιότερες υδατοπηγές είναι αυτές του «Τσίγκου», το νερό των οποίων χαρακτηρίστηκε δισανθρακικό μαγνησιούχο φυσικό μεσομεταλλικό νερό, σύμφωνα με την από το 1990 υδρογεωλογική μελέτη του Τομέα Υδατοοικονομίας του Συνδέσμου Δήμων και Κοινοτήτων Ιαματικών Πηγών Ελλάδας και έχει ιαματικές ιδιότητες (οι υψηλές ποσότητες μαγνησίου στο νερό έχουν καθαρτικά και διουρητικά αποτελέσματα ιδιαίτερα κατά τις πρώτες χρήσεις). Το νερό των πηγών Τσίγκου χρησιμοποιήθηκε επί δεκαετίες για την παραγωγή αναψυκτικών από ιδιωτική μονάδα εμφιάλωσης που λειτουργούσε στην περιοχή. Οι πηγές βρίσκονται κοντά στη «Μεγάλη Λίμνη» και η δημιουργία τους οφείλεται στην αποσάθρωση και τη διάρρηξη του περιδοτίτου, καθώς επίσης και στην παρουσία πλευρικών κορημάτων που καλύπτουν την περιοχή. Ο Δήμος Αγιάσου εξαιτίας των πηγών αυτών ανήκει στο Σύνδεσμο Δήμων Κοινοτήτων Ιαματικών Πηγών Ελλάδας (ΣΔΚΙΠΕ).
Πιο αναλυτικά τα όρια του δάσους «Μεγάλης Λίμνης» ορίζονται:
- Ξεκινώντας από το ΒΔ άκρο του δάσους στη θέση «Συκιά», 650 μέτρα προς τα δυτικά της συμβολής του ρέματος Καμαρέλι με το χείμαρρο Βούβαρη, με κατεύθυνση ανατολική ακολουθεί το ρέμα Καβουροπ0όταμος μέχρι της συμβολής του με το ρέμα Καμαρέλι.
- Στη συνέχεια με κατεύθυνση Ν – ΝΑ ακολουθεί το ρέμα Καβουροπόταμος έως τον αυχένα στη θέση «Σταυρός». Από κει ακολουθεί δασικό δρόμο που βρίσκεται ψηλότερα από το ρέμα Σταυρού Λαγκάδι μέχρι του σημείου που φτάνει στο ρέμα Αγίου Δημητρίου (κοντά στο εξωκλήσι).
- Από κει και αφού κόψει το δημόσιο δρόμο, ακολουθεί το ρέμα «Καρκαβούρας» με κατεύθυνση Ν και φτάνει στις πηγές του. Από κει ανεβαίνει στην κορυφογραμμή «Καμπιά», όπου συναντά το όριο των ιδιοκτησιών ΣΑΑΚ, Αμπελικού και δάσους Μεγάλης Λίμνης.
- Την κορυφογραμμή αυτή ακολουθεί μέχρι του υψομέτρου 770 μ. και από κει κατέρχεται με κατεύθυνση Ν ακολουθώντας τη ράχη μέχρι το ρέμα «Καμπιά» που το ακολουθεί μέχρι να συναντήσει το αντέρισμα που κατεβαίνει από την κορυφή Αζόπ.
- Ακολουθεί τη ράχη του παραπάνω αντερίσματος μέχρι την κορυφή Αζόπ. Από εκεί ακολουθεί τη ράχη που αποτελεί το όριο του δάσους αυτού με το δάσος Αμπελικού και περνάει από τα υψόμετρα 771, 700, 600, 500, 400, 300, 200 μ. που βρίσκονται στη ράχη αυτή και κατεβαίνοντας φτάνει στη συμβολή των ρεμάτων Αγίας Σωτήρας και Στραβολάγκαδο που από εκεί και πέρα σχηματίζουν το χείμαρρο Βούρκο.
- Από την παραπάνω συμβολή στρέφει προς ΒΔ και ακολουθεί ράχη με κατεύθυνση βόρεια και φτάνει στην κορυφή Κόκκινα (465 μ.) κι από εκεί ακολουθώντας την κορυφογραμμή με κατεύθυνση βόρεια μέχρι να συναντήσει την αντιπυρική ζώνη που βρίσκεται ανάμεσα στα δάση Αγιάσου και Βασιλικών.
- Ακολουθεί τη ζώνη αυτή και περνά από τα υψόμετρα 533, 523 και 508 και φτάνει μετά το υψόμετρο 508 στη θέση Τιγκάνα, για να καταλήξει στη θέση «Στενοκλείδι» που βρίσκεται στη δημόσια οδό Μυτιλήνης – Πολιχνίτου, όπου και το όριο του δάσους των Βασιλικών.
- Από εκεί ακολουθεί στην αρχή προς βορά και σε απόσταση 700 μ. (υψόμετρο 407 μ.) την κορυφογραμμή στην οποία βρίσκεται αντιπυρική ζώνη και από εκεί στρέφει προς Β – ΒΑ έως τη θέση «Κακόβουνο» και φτάνει στην κορυφή «Καρά Νταγ» (υψόμετρο 401 μ.).
- Από κει με κατεύθυνση βόρεια ακολουθεί την αντιπυρική ζώνη που συνεχίζεται στη ράχη και από το υψόμετρο των 401 μ. αφήνει το όριο με το δάσος Βασιλικών και διαχωρίζεται από το δάσος Βουβαρίου και φτάνει στη θέση Πηγή Συκιάς, απ’ όπου ξεκίνησε.
Ελαιώνας
Η Λέσβος είναι ένα απέραντο δάσος ελιάς. Περίπου έντεκα εκατομμύρια ελαιόδενδρα απλώνονται σε συνεχείς ελαιώνες και το αξιοσημείωτο της λεσβιακής φύσης είναι ότι εκεί που τελειώνει η ελιά αρχίζει το πεύκο.
Τρία ήταν τα βασικά είδη δένδρων που «πάλευαν» στο νησί: η αγριελιά, το πεύκο και η βαλανιδιά. Οι αγριελιές με τα πυκνά κλαδιά τους έκαναν ψιλές ελιές οι οποίες αποτελούσαν κύρια τροφή για τα αγριοπούλια που έρχονταν το χειμώνα από τα πέρατα της γης και του ωκεανού. Πιστεύεται ότι τα πουλιά αυτά με τα περιττώματά τους βοήθησαν στην εξάπλωση της αγριελιάς όχι μόνο στη Λέσβο αλλά και στα άλλα ελληνικά νησιά καθώς και στα μικρασιατικά παράλια.
Καθοριστικό ρόλο πάντως στην εξάπλωσή της έπαιξε η μεγάλη καταστροφή των αμπελώνων από την φυλλοξήρα τον προηγούμενο αιώνα και η αδυναμία αντιμετώπισής της με την τότε υπάρχουσα γνώση φυτοπροστασίας οδήγησε στην αντικατάστασή τους με την ελιά. Έτσι, με πολλή προσωπική εργασία και πολύ κόπο οι τότε κάτοικοι της Λέσβου επέκτειναν την καλλιέργεια της ελιάς εκεί όπου δεν είχε φτάσει το πεύκο. Έφτιαξαν άπειρα σέτια, για να συγκρατήσουν το χώμα ακόμα και στις πιο απότομες πλαγιές των βουνών, ενώ με τα ζώα μετέφεραν νερό για να ποτίσουν τις παραβολάδες και να πιάσουν τα μικρά δενδρύλλια.

Στην επικράτηση της ελαιοκαλλιέργειας στο νησί της Λέσβου βοήθησαν ακόμα και οι άριστες καιρικές συνθήκες με την καταπληκτική εναλλαγή των τεσσάρων εποχών. Τα πρωτοβρόχια όταν έρχονταν στην ώρα τους, σε συνδυασμό με τον ήλιο του φθινοπώρου και τον ήπιο σχετικά χειμώνα, δημιουργούσαν κατάλληλες συνθήκες για την ανάπτυξη του ελαιοκάρπου. Αυτό δε σημαίνει πως οι χρονιές ήταν πάντα αποδοτικές, υπήρχαν τα «μαξούλια» (χρονιές με πλούσια συγκομιδή) και τα «κισίρια» (χρονιές με λειψή παραγωγή).
Οι κύριες ποικιλίες ελιάς που καλλιεργούνται στο νησί είναι:
α) Η Βαλανολιά ή Μυτιληνιά ή Κολοβή που ευδοκιμεί σε εδάφη που προέρχονται από σχιστόλιθο, φτάνει μέχρι τα 500 μέτρα υψόμετρο, καλύπτει τα 7/10 των ελαιώνων του νησιού και έχει υψηλή περιεκτικότητα σε λάδι (25-30%) και
β) Η Αδραμυττιανή ή Αϊβαλιώτικη που προέρχεται από το Αδραμύττιο της Μικράς Ασίας, καλύπτει το 1/5 των ελαιώνων του νησιού, εντοπίζεται κυρίως στην επαρχία της Μυτιλήνης και εξυπηρετεί τόσο την ελαιοποίηση όσο και την οικοτεχνία της επιτραπέζιας ελιάς.
Η ελαιοκαλλιέργεια αποτελεί παράδοση για το γεωργικό πληθυσμό της περιοχής Αγιάσου. Οι κλιματολογικές και εδαφολογικές συνθήκες της περιοχής συντέλεσαν στην προσαρμοστικότητα του ελαιόδενδρου και ιδίως της ποικιλίας βαλανολιάς που καλύπτει το 60% των ελαιώνων στην περιοχή αυτή με αποτέλεσμα η καλλιέργειά της να αποτελεί σχεδόν μονοκαλλιέργεια.
Οι έντονες εναλλαγές στο ανάγλυφο του εδάφους της περιοχής επέβαλαν την καλλιέργεια του δένδρου σε αναβαθμίδες ή σέτια όπως τα αποκαλούν στην περιοχή. Ο τρόπος αυτός καλλιέργειας επιδρά εξίσου θετικά και αρνητικά στο περιβάλλον. Θετικά γιατί συμβάλλει στην προστασία των εδαφών από τη διάβρωση. Αρνητικά γιατί τα άγονα και επικλινή εδάφη οδηγούν τους παραγωγούς στην υπερβολική χρήση λιπασμάτων, φυτοφαρμάκων για να διατηρήσουν υγιείς και εύρωστες τις καλλιέργειές τους με αποτέλεσμα την ποιοτική υποβάθμιση του εδάφους καθώς πολλά από τα χημικά στοιχεία δεν αποικοδομούνται στο έδαφος και συσσωρεύονται είτε εκεί είτε παρασύρονται στη θάλασσα.
Τάσεις για εναλλακτικές τεχνικές και βιολογικές έχουν ήδη αναπτυχθεί στην περιοχή. Τεχνικές που επιβάλλεται να βρουν όλο και μεγαλύτερη ανταπόκριση όχι μόνο για να αντιμετωπιστούν τα περιβαλλοντικά προβλήματα που προκύπτουν από τον τρόπο καλλιέργειας αλλά γιατί με την πάροδο των χρόνων η βιολογική καλλιέργεια και τα βιολογικά προϊόντα θα έχουν αυξημένη ζήτηση.
Παλιότερα η ελαιοσυλλογή γινόταν αποκλειστικά με τα χέρια μετά τη φυσιολογική πτώση του καρπού στο έδαφος. Η μέθοδος αυτή σήμερα έχει αντικατασταθεί σε μεγάλο βαθμό με τα πλαστικά δίχτυα ελαιοσυλλογής, τα οποία απλώνονται κάτω από το έδαφος και συγκρατούν τον καρπό που πέφτει κατά το ραβδισμό ή χρησιμοποιώντας βελονοφόρα χειροκίνητα εργαλεία. Η όλη όμως εργασία γίνεται χειρωνακτικά με τις γνωστές συνέπειες, δηλαδή το αυξημένο κόστος ελαιοσυλλογής και τη δημιουργία αιχμής απασχόλησης εργατών που γίνονται ολοένα και πιο δυσεύρετοι.
Η ελαιοσυλλογή άρχιζε το φθινόπωρο και τέλειωνε στα τέλη της άνοιξης. Ο ταϊφάς (ολόκληρο το συνεργείο ελαιοσυγκομιδής) συνήθιζε μετά τη λήξη του λιομαζώματος να παίρνει μια παραδοσιακή κομπανία και να στήνει τρικούβερτο γλέντι στο χωριό, τα λεγόμενα «γλιτώματα».

Η κατάλληλη χρονική στιγμή συγκομιδής του ελαιόκαρπου, η οποία εξαρτάται από εξωγενείς παράγοντες όπως η διαθεσιμότητα εργατικών χεριών που αποτελεί σημαντικό πρόβλημα στο νησί, η δακοπροσβολή που επιβάλλει τη συγκομιδή του καρπού το γρηγορότερο και η δυνατότητα επεξεργασίας του ελαιοκάρπου στο ελαιουργείο, επιδρά στην ποιότητα του ελαιολάδου (αύξηση της οξύτητας).
Ο τομέας μεταποίησης του ελαιολάδου περιλαμβάνει τους εξής υποτομείς: τα ελαιοτριβεία, τους δεξαμενικούς χώρους αποθήκευσης, τις ραφιναρίες και τα τυποποιητήρια. Οι παραγωγοί, μετά τη συλλογή του ελαιοκάρπου, τον μεταφέρουν στα τοπικά συνήθως ελαιοτριβεία για την εξαγωγή του ελαιολάδου που είναι στην πλειοψηφία τους φυγοκεντρικού τύπου που αντικατέστησαν τα παραδοσιακά ελαιουργεία (πιεστήρια) κλασικού τύπου. Το ελαιόλαδο αποθηκεύεται κυρίως σε αποθήκες των ελαιουργείων ενώ σε χρονιές υψηλής παραγωγής μέρος του μεταφέρεται σε αποθήκες της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Λέσβου (ΕΑΣΛ).
Η εμφάνιση του τυποποιημένου λαδιού στην Ελλάδα άρχισε τη δεκαετία του ’60. Με την είσοδο στην Ε.Ε. παρουσιάστηκε ραγδαία αύξηση στο τυποποιημένο ελαιόλαδο. Στη Λέσβο η διακίνηση και διάθεση του λαδιού γίνεται μέσω των αγροτικών συνεταιρισμών και κυρίως μέσω της ΕΑΣΛ που αγοράζει, επεξεργάζεται και τυποποιεί μόνο το λάδι που παράγεται στο νησί. Το ελαιόλαδο διακινείται κυρίως σε χύμα μορφή, ενώ η ΕΑΣΛ διοχετεύει το προϊόν και σε συσκευασίες του ενός και των πέντε λίτρων. Η διάθεση του προϊόντος γίνεται στην ελληνική αγορά με προσπάθεια καθιέρωσής του και στις αγορές του εξωτερικού. Στην Αγιάσο δε λειτουργεί μονάδα τυποποίησης.
Πηγή: Μελετητική Εταιρεία ΤΕΔΚ Ν. Λέσβου. «Τοπικό Αναπτυξιακό πρόγραμμα Δήμων Πλωμαρίου και Αγιάσου.» Α΄ Φάση. Πληροφόρηση – Ενημέρωση – Τοπική Ανάπτυξη (ΠΕΤΑ). Αθήνα 2000
Κεράσι
Το κεράσι και οι κερασιώνες της Αγιάσου
Η αγροτική περιφέρεια της Αγιάσου μπορεί να χαρακτηριστεί «δεντροτρόφος», αφού όλη, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, καλύπτεται με δέντρα. Διακρίνονται τρεις συνεχόμενες περιοχές ονομαζόμενες απ’ το κυρίαρχο δέντρο της κάθε περιοχής: ελαιώνας, καστανιώνας, πευκώνας.
Ανάμεσα στις περιοχές αυτές υπάρχουν και οι μικροί κερασιώνες της Αγιάσου, που φυτεύτηκαν κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας αντικαθιστώντας τις πολλές συκαμινιές που ξεριζώθηκαν τότε επειδή δεν παρουσίαζε επαρκή απορρόφηση το παραγόμενο μετάξι, σε αντίθεση με τα κεράσια που παρά το κόστος τους στο μάζεμα είχαν ζήτηση στην αγορά της Μυτιλήνης.

Η κερασιά (Prunus avium L: προύνος ο γλυκόκαρπος) της οικογένειας των ροδιδών είναι ένα μεγάλο και αξιοπρόσεκτο δένδρο, ύψους 10 έως 20 μ. με οριζόντιους κλάδους, φύλλα επιμήκη έως ελλειψοειδή, μυτερά, οδοντωτά και άνθη λευκά διατεταγμένα σε απόδισκα μπουκέτα (σκιάδια). Ο καρπός της είναι μια σφαιρική κόκκινη γλυκιά δρίπη (σε ποικιλία μεγεθών και αποχρώσεων) με ένα μεγάλο σπέρμα. Το κεράσι σαν καρπός είναι ιδιαίτερα χυμώδης και καρπώδης.
Πρόκειται για καλλιεργούμενο δένδρο που ευδοκιμεί συνήθως σε ημιορεινές δροσερές κοιλάδες. Εισήχθηκε στην Ευρώπη από το Λούκουλλο (117 – 56 π.Χ.) που του έδωσε το όνομα «κέρασος» από τον τόπο καταγωγής του, δηλαδή από την Κερασούντα του Πόντου.
Εικάζεται όμως ότι πολλά χρόνια πριν από το Λούκουλλου ο εκ των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου Λυσίμαχος είχε εισάγει το κεράσι από τη Μικρασία στη Μακεδονία ως ένα ωραίο, γλυκό και ζουμερό φρούτο που τρώγεται χωρίς να χρειάζεται ξήρανση ή ψήσιμο. Έτσι προφανώς τα κεράσια ήταν γνωστά στους αρχαίους Έλληνες πολύ πριν τα γνωρίσουν οι Ρωμαίοι, ήδη από τον 3ο π.Χ. αιώνα.

Ιδιότητες – Χρήσεις:
Όπως διαπίστωσαν έγκριτοι ερευνητές, τα κεράσια περιέχουν πλήθος αντιφλεγμονωδών και αντιοξειδωτικών συστατικών τα οποία περιορίζουν τις μυϊκές βλάβες. Τα κεράσια περιέχουν επίσης άφθονες ανθοκυανίνες που έχουν ιδιαίτερα ευεργετικές δράσεις στην υγεία του ανθρώπου. Ειδικά οι ποδίσκοι των κερασιών σε ρόφημα είναι διουρητικοί. Τα κεράσια είναι φίλοι και των ματιών εξαιτίας της περιεκτικότητας τους σε βιταμίνη Α. Μπορούν ακόμα να χρησιμοποιηθούν για την καταπολέμηση των κολικών του νεφρού, το βήχα, τη διάρροια και την ύπαρξη ουρικού οξέως στο αίμα.
Τέλος το ρόδινο ξύλο της κερασιάς με τους λεπτούς κόκκους χρησιμοποιείται στην εβενουργική.

Μανιτάρια
Έχουμε μάθει ότι στη φύση υπάρχουν τα φυτά και τα ζώα, που αποτελούν τα δυο μεγάλα «βασίλεια» της ζωής. Τα μανιτάρια δεν μπορούν να καταταχτούν ούτε στο βασίλειο των φυτών αφού η κυρίαρχη έννοια του φυτού είναι η ικανότητά του να φωτοσυνθέτει μέσω της χλωροφύλλης που περιέχει, ούτε με τα ζώα μοιάζουν, παρόλο που είναι ετερότροφοι οργανισμοί. Σήμερα οι μύκητες κατατάσσονται σε ένα από τα πέντε «βασίλεια» της ζωής και αποτελούν, μετά τα έντομα, το δεύτερο σε πλήθος ειδών άθροισμα στον πλανήτη μετά τα έντομα. Επειδή στερούνται χλωροφύλλης, είναι αναγκασμένα να ζουν είτε παρασιτικά σε βάρος των φυτών και των ζώων ή σαπροφυτικά από τα λείψανα και τα πτώματά τους ή να συμβιώνουν με τις ρίζες των ανώτερων φυτών.

Τα φυτά με τη λειτουργία της φωτοσύνθεσης είναι οι συνεχιστές και οι συντηρητές της ζωής στον πλανήτη. Τα μανιτάρια, που έχουν την ικανότητα να αποσυνθέτουν τη νεκρή οργανική ύλη, αποτελούν μαζί με τα βακτήρια τους παράγοντες της βιολογικής ισορροπίας στη φύση. Ο ρόλος τους στην ισορροπία του κύκλου του άνθρακα και των ανόργανων αλάτων θεωρείται αναντικατάστατος, αφού με την έκκριση κατάλληλων ενζύμων οι μύκητες διασπούν τις πολύπλοκες οργανικές ενώσεις των νεκρών ζωικών και φυτικών υπολειμμάτων της φύσης σε απλά στοιχεία. Υπολογίζεται ότι σε ένα δάσος φυλλοβόλων πέφτουν το φθινόπωρο περίπου 2.000.000 φύλλα σε κάθε στρέμμα δάσους. Αν δεν υπήρχαν τα βακτήρια και οι μύκητες, το δάσος σύντομα θα εξαφανιζόταν μέσα σε σωρούς από σκουπίδια φύλλων.
Τα μανιτάρια διαιρούνται σε δυο μεγάλες κατηγορίες, τους μικρομύκητες, που δεν φαίνονται με γυμνό μάτι και είναι η πολυπληθέστερη ομάδα, και τους μακρομύκητες, δηλαδή τα μεγάλα είδη με τα πολύμορφα σχήματα και τα φανταχτερά χρώματα, αυτά που αποκαλούμε όλοι μανιτάρια.
Ανεξάρτητα από την εμφάνιση και το μέγεθός τους έχουν τρία βασικά κοινά χαρακτηριστικά:
α) είναι θαλλόφυτα,
β) στερούνται χλωροφύλλης και
γ) ο θαλλός τους αποτελείται από μυκήλια.

Αυτό που αποκαλούμε μανιτάρι είναι το ορατό μέρος του οργανισμού, το καρπόσωμα, που αναπτύσσεται πάνω από το υπόστρωμα, στο οποίο βρίσκεται το σώμα του μύκητα, που ονομάζεται θαλλός ή μυκήλιο και αποτελείται από μικροσκοπικούς νηματοειδείς σωλήνες, τις μυκηλιακές υφές και μπορεί να ζήσει πολλά χρόνια, σε αντίθεση με το καρπόσωμα που ζει μονάχα για λίγες ώρες ή μέρες, με εξαίρεση τα ξυλώδη ή φελλώδη μανιτάρια που μπορούν να ζήσουν και μερικές δεκαετίες.
Τα μανιτάρια αναπαράγονται με σπόρια και η εμφάνιση των σπορίων αποτελεί και έναν τρόπο διαχωρισμού τους σε βασιδιομύκητες, των οποίων τα σπόρια αναπαράγονται πάνω σε μικροσκοπικές ροπαλόμορφες βάσεις και ασκομύκητες, των οποίων τα σπόρια αναπτύσσονται μέσα σε αυγόμορφους ή μακρουλούς σάκους. Τόσο οι βασιδιομύκητες όσο και οι ασκομύκητες αναπαράγονται με τα σπόριά τους εγγενώς ή αγενώς, ενώ οι μακρομύκητες αναπαράγονται συνήθως με εγγενή και σπανίως με αγενή αναπαραγωγή.
Μπορεί να χτίζουν αρμονικές συμβιωτικές σχέσεις αλληλοβοήθειας (μυκόριζα), να αποτελούν παράσιτο ζωντανών ή ετοιμοθάνατων δένδρων και φυτών, ή να είναι σαπρόφυτα που τρέφονται από νεκρή οργανική ύλη την οποία αποσυνθέτουν παίζοντας το δικό τους σημαντικό ρόλο στο οικοσύστημα.
Φυτρώνουν κάθε άνοιξη και φθινόπωρο σε φυτοχώματα πλούσια σε οργανική ουσία (χούμο) σε ρίζες και κορμούς δένδρων, σε δασικές εκτάσεις και λιβάδια. Μπορούν όμως να φυτρώσουν όλες τις εποχές του χρόνου και σε κάθε είδους βιότοπο.

Ένας σημαντικός βιότοπος που ευνοεί την ανάπτυξη μανιταριών είναι και ο καστανιώνας, λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών υγρασίας και θερμοκρασίας και του πλούσιου φυτοχώματος που υπάρχουν σ’ αυτόν.
Κάποια από τα άγρια μανιτάρια που φυτρώνουν στον καστανιώνα είναι φαγώσιμα και εξαιρετικής ποιότητας, άλλα είναι δηλητηριώδη και κάποια θανατηφόρα.
(Πρόλογος στο έντυπο «ΜΑΝΙΤΑΡΙΑ» του Κέντρου Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης του Δήμου Ευεργέτουλα Νομού Λέσβου. Περισσότερες πληροφορίες στο site του Κ.Π.Ε. Ευεργέτουλα).
Πανίδα
Η πανίδα της περιοχής
Η πανίδα περιλαμβάνει ένα ενδημικό ασπόνδυλο και ένα ενδημικό υποείδος θηλαστικού της Λέσβου (το Myotis blythi lesviacus). Επίσης 4 είδη πουλιών, 5 θηλαστικών και 4 αμφιβίων-ερπετών (που περιλαμβάνονται στην κοινοτική οδηγία 92/43 περί προστασίας των ειδών), 3 είδη που προστατεύονται από την Ελληνική Νομοθεσία (Π.Δ. 67/81) και 6 άλλα είδη που χαρακτηρίζονται απειλούμενα και χρήζουν προστασίας.
Η περιοχή φιλοξενεί τέσσερα είδη νυχτερίδων που περιλαμβάνονται στην οδηγία 92/43/ΕΟΚ (Miniopterus schreibersii, Myotis blythi, Myotis myotis, Rhinolophus blasii). Ακόμη εκεί βρίσκονται σημαντικοί βιότοποι για είδη θηλαστικών που παρουσιάζουν περιορισμένη εξάπλωση στη χώρα μας, όπως ο σκίουρος (Sciurus anomalous), κοινώς γαλιά.
Μεταξύ των ειδών της ερπετοπανίδας της περιοχής του καστανιώνα, κύριο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι περιπτώσεις της οθωμανικής οχιάς (Vipera xanthina), η οποία στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου εμφανίζει το δυτικότερο άκρο της γεωγραφικής της εξάπλωσης, και του δράκου (Agama stellio), σπάνιου σύμφωνα με το Red Book, κοινού όμως για την περιοχή.
Η περιοχή φιλοξενεί τέσσερα είδη ερπετών που περιλαμβάνονται στην οδηγία 92/43/ΕΟΚ (Testudo graeca, Emys orbicularis, Mauremys caspica, Elaphe situla). Εκεί απαντά και το σπάνιο είδος πτηνού του Παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ Sitta Krueperi, αλλά και άλλα σημαντικά πουλιά. Η ύπαρξη του τουρκοτσόμπανου, ενδημικού είδους της ανατολικής Λέσβου και Μικράς Ασίας, αποτελεί ακόμα μια ιδιαιτερότητα των δασών του Ολύμπου.
Σημαντικά ζωικά είδη είναι τα είδη Erinaceus concolor, Archon apollinus, Allancastria cerysii (που προστατεύονται από το Π.Δ. 67/81), τα σπάνια και απειλούμενα λεπιδόπτερα Heodes alciphron και Erynnis marloyi, τα χρήζοντα προστασίας Cordulegaster charpentieri, Epallage fatima, Platycnemis pennipes και τέλος το ενδημικό και απειλούμενο ασπόνδυλο Hydraena filum.